16/06/2026
Απόσπασμα από την εισήγηση της εκδήλωσης (στα σχόλια σύνδεσμος προς το πλήρες κείμενο)
7. Πολυπολιτισμικότητα, κουλτουραλισμός και αντίστροφος ευρωκεντρισμός
Η ίδια αντιδιαλεκτική λογική εμφανίζεται στο πεδίο της πολυπολιτισμικότητας. Στο κείμενο «Πολυπολιτισμικότητα ή Παγκόσμιος Πολιτισμός», ο Γκόλντνερ επιτίθεται στην αντίληψη των πολιτισμών ως ερμητικά κλειστών κόσμων, που δεν αλληλοεπηρεάζονται. Ο ευρωκεντρισμός, στον οποίο οι θιασώτες της πολυπολιτισμικότητας υποτίθεται ότι επιτίθενται, παρουσιάζει τον ορθό λόγο, την επιστήμη, την καθολικότητα και την ελευθερία ως ιδιοκτησία της Δύσης. Ο μεταμοντέρνος αντιευρωκεντρισμός αποδέχεται αυτή την ταύτιση και απλώς αντιστρέφει το πρόσημο. Έτσι μεταμοντέρνοι και ευρωκεντριστές καταλήγουν, με έναν αρκετά οξύμωρο και ειρωνικό τρόπο, να συμφωνούν για το τι είναι ο Δυτικός πολιτισμός. Η κορυφαία στιγμή αυτής της σύγκλισης είναι η εξαφάνιση της επιρροής της Αρχαίας Αιγύπτου και της Αλεξάνδρειας από τις πολιτισμικές καταβολές του «Δυτικού» κόσμου.
Ο Γκόλντνερ απαντά σε αυτό με την παγκόσμια ιστορική διαμεσολάβηση. Η ελληνική αρχαιότητα, η Αλεξάνδρεια, ο ισλαμικός κόσμος, οι Άραβες και οι Πέρσες φιλόσοφοι, η Κίνα, η ευρωπαϊκή Αναγέννηση δεν είναι κλειστά πολιτισμικά κουτιά· είναι στιγμές μιας παγκόσμιας ιστορικής κίνησης.
Σε ένα από τα πιο γλαφυρά σημεία του κειμένου, παραθέτει μερικά στοιχεία αυτής της ιστορικής κίνησης. Ξεκινά με την παραδοχή πως η ίδια η ελληνική αρχαιότητα, την οποία τόσο οι ευρωκεντριστές όσο και οι μεταμοντέρνοι παρουσιάζουν ως το σημείο γέννησης του «Δυτικού πολιτισμού», αναγνώριζε ανοιχτά την αρχαία Αίγυπτο ως την κύρια πηγή της φιλοσοφικής της καταγωγής. Αναφέρει τις αιγυπτιακές επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, με επίκεντρο την Αλεξάνδρεια όπου γεννήθηκε το τελευταίο μεγάλο φιλοσοφικό ρεύμα της αρχαιότητας, ο νεοπλατωνισμός, ο οποίος επηρέασε τη χεγκελιανή διαλεκτική και, μέσω αυτής, τη μαρξική διαλεκτική. Αυτή ακριβώς την κληρονομιά οικειοποιήθηκαν και ανέπτυξαν οι αραβικοί και περσικοί πολιτισμοί μετά τις κατακτήσεις του 7ου αιώνα, διασώζοντας και μετασχηματίζοντας ένα τεράστιο σώμα γνώσης που επρόκειτο να επιστρέψει αργότερα στη δυτική Ευρώπη. Οι εν λόγω αραβικές και περσικές πολιτισμικές ρίζες συνέβαλαν καθοριστικά στην Αναγέννηση.
Ο Γκόλντνερ γράφει:
«Τι μας λένε για όλα αυτά οι δήθεν ριζοσπαστικοί μεταμοντέρνοι υποστηρικτές της πολυπολιτισμικότητας; Απολύτως τίποτα! Και γιατί; Γιατί, μέσω του Νίτσε και του Χάιντεγκερ, του Φουκώ και του Ντεριντά, κατάπιαν αμάσητο το φιλελληνικό αφήγημα, αντιστρέφοντας μόνο το πρόσημο. Αγνοούν τις αραβικές και περσικές πηγές της Αναγέννησης και έτσι συσκοτίζουν τη μεσολάβηση καθώς και την περαιτέρω ανάπτυξη της ελληνικής κληρονομιάς από την Αλεξάνδρεια και τους μουσουλμάνους».
«Δεν μας λένε τίποτα από όλα αυτά, επειδή μια τέτοια συγκρητιστική αλληλογονιμοποίηση των κουλτούρων έρχεται σε αντίθεση με τη σχετικιστική τους αντίληψη ότι οι κουλτούρες αντιμετωπίζουν η μία την άλλη ως ερμητικά κλειστά και πάντα διαστρεβλωτικά “κείμενα”. Τόσοι “νεκροί λευκοί Ευρωπαίοι άνδρες” αποδεικνύεται πως οφείλουν πάρα πολλά σε νεκρούς άνδρες, […] διαφορετικού χρώματος!»
Η κριτική δεν υπερασπίζεται τη Δύση απέναντι στη μη Δύση· επιτίθεται στην ίδια τη διάκριση, όταν αυτή παρουσιάζει τους πολιτισμούς ως αυτάρκεις ουσίες. Η επιστήμη, ο ορθός λόγος και η καθολικότητα δεν είναι ιδιοκτησία κανενός πολιτισμού. Είναι προϊόντα της παγκόσμιας ιστορικής κίνησης.
8. Η καθολικότητα του Μαρξ απέναντι στον κουλτουραλισμό
Αυτή ακριβώς η κριτική αναπτύσσεται στην πιο ολοκληρωμένη της μορφή στο κείμενο του βιβλίου με τίτλο «Η καθολικότητα του Μαρξ». Εξηγώντας πώς φτάσαμε να αντιμετωπίζουμε τους πολιτισμούς ως ερμητικά κλειστά συστήματα, ο Γκόλντνερ στρέφει εδώ τα πυρά του στην «κειμενική» αντίληψη της ιστορίας και τον Έντουαρντ Σαΐντ. Το πρόβλημα, διευκρινίζει, δεν είναι προφανώς η αναγκαία κριτική στον οριενταλισμό, αλλά η μεταμοντέρνα και μεταδομιστική τάση να αναλύεται η κοινωνική πραγματικότητα, η ιστορία και η αποικιοκρατία αποκλειστικά ως συστήματα αναπαραστάσεων – δηλαδή, ως «κείμενα» και «λόγοι» (discourses) που πρέπει να αποδομηθούν. Οι κοινωνικοί θεσμοί, οι σχέσεις εξουσίας και οι πολιτισμοί παύουν να προσεγγίζονται ως αντικειμενικές υλικές δομές και ανάγονται σε πλέγματα αναπαραστάσεων, γλωσσικών κανόνων και συμβολικών συστημάτων. Η αποικιοκρατία, για παράδειγμα, εξετάζεται πρωτίστως ως ένας κυρίαρχος «λόγος» (discourse) που κατασκευάζει την έννοια του «Άλλου».
Η προσέγγιση αυτή μετατρέπει την παγκόσμια ιστορία σε μια μάχη αφηγήσεων, αφαιρώντας το υλικό έδαφος της κριτικής. Η αναγωγή αυτή πάσχει από τρία θεμελιώδη προβλήματα: Πρώτον, αποκόπτει την ιστορία από την υλική της βάση, καθώς η ανάλυση εγκλωβίζεται στη μελέτη λογοτεχνικών έργων, λόγων και αναπαραστάσεων παραβλέποντας την πολιτική οικονομία και την κριτική της, τον διεθνή καταμερισμό της εργασίας, τον ιμπεριαλισμό και τις ταξικές σχέσεις. Δεύτερον, οδηγεί σε έναν νέο ουσιοκρατικό κουλτουραλισμό: αντιμετωπίζοντας τη Δύση και την Ανατολή ως ενιαία στο εσωτερικό τους «κειμενικά μπλοκ», παραγνωρίζει τις εσωτερικές ταξικές τους αντιφάσεις και τις πραγματικές, υλικές τους αλληλεπιδράσεις, αναπαράγοντας την ίδια την ουσιοκρατία που υποτίθεται ότι πολεμά. Τρίτον, αφαιρεί την ιστορική εμπρόθετη δράση από τα υποκείμενα: εάν όλα καθορίζονται από ένα παντοδύναμο αποικιακό «κείμενο», οι αποικιοκρατούμενοι πληθυσμοί εμφανίζονται απλώς ως παθητικά θύματα μιας δυτικής αφήγησης, και όχι ως ενεργά υποκείμενα που διαμορφώνουν την ιστορία με τους αγώνες τους.
Είναι ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο που ο Γκόλντνερ ασκεί δριμεία κριτική στον Σαΐντ, γράφοντας: «Η κειμενική άποψη του Σαΐντ για τις ερμητικά κλειστές σχέσεις ανάμεσα στις κοινωνίες και μέσα στην παγκόσμια ιστορία […] αποτελεί την πεμπτουσία ενός κουλτουραλισμού». Για τον Γκόλντνερ, το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι ο Σαΐντ υπερτιμά το επίπεδο του λόγου, αλλά ότι αδυνατεί να συλλάβει την παγκόσμια ιστορία ως πραγματική ιστορία μεταβιβάσεων, συγκρούσεων και υλικών αλληλεπιδράσεων.
Ακόμη και όταν ο Σαΐντ επιχείρησε αργότερα στο έργο Κουλτούρα και Ιμπεριαλισμός (1993) να απαντήσει στις μαρξιστικές επικρίσεις (των Αχμάντ, Αλ-Αζμ κ.λπ.) εισάγοντας τις έννοιες των «επικαλυπτόμενων επικρατειών» και των «αλληλένδετων ιστοριών» για να αναφερθεί στη μη καθαρότητα, την αμοιβαία εμπλοκή και την ιστορική διασταύρωση των πολιτισμών –στοιχεία που αργότερα θα αναπτυχθούν συστηματικότερα από τη μετααποικιακή θεωρία υπό την έννοια της «υβριδικότητας»– η μεθοδολογία του παρέμεινε προσκολλημένη στο επίπεδο των ιδεών, των λογοτεχνικών διασταυρώσεων και των ταυτοτήτων. Ο Σαΐντ και οι επίγονοί του, αδυνατώντας να θεμελιώσουν την ανάλυση της ιστορίας της αποικιοκρατίας στην ιστορία του παγκόσμιου καπιταλισμού, άφησαν τα «υποτελή» εθνικά κοινωνικά κεφάλαια στο απυρόβλητο.
Απέναντι σε αυτόν τον κουλτουραλισμό, η θέση του Γκόλντνερ για την παγκόσμια ιστορία διαφοροποιείται ριζικά. Για τον Γκόλντνερ, η παγκόσμια ιστορία δεν είναι ένα μωσαϊκό από ξεχωριστές κουλτούρες που εφευρίσκουν εκ των υστέρων γέφυρες επικοινωνίας ή «υβριδικότητες». Είναι η εσωτερική και καθολική αυτοανάπτυξη της ανθρώπινης κοινωνικής πρακτικής, μια ενιαία, δυναμική κίνηση της δημιουργικής δύναμης του είδους που αποκρυσταλλώνεται στις υλικές συνθήκες αναπαραγωγής της. Όταν οι Άραβες ή οι Πέρσες φιλόσοφοι μεταφράζουν, διασώζουν και αναπτύσσουν την ελληνική κληρονομιά, τροφοδοτώντας στη συνέχεια την ευρωπαϊκή Αναγέννηση, δεν έχουμε μια εξωτερική «ανάμειξη» δύο διαφορετικών κόσμων. Έχουμε τις εσωτερικές, αναγκαίες διαμεσολαβήσεις μέσα από τις οποίες αναπτύσσεται ο παγκόσμιος ανθρώπινος πολιτισμός.
Η επιστήμη, ο ορθός λόγος και η χειραφέτηση δεν είναι «δυτικές αξίες» που οι άλλοι πολιτισμοί πρέπει είτε να οικειοποιηθούν υβριδικά είτε να απορρίψουν· είναι προϊόντα αυτής της κοινής, παγκόσμιας ιστορικής κίνησης.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ρίζα του προβλήματος. Απορρίπτοντας την καθολική, υλική ιστορία της ανθρωπότητας και την έννοια της προόδου ως δήθεν «δυτικές κατασκευές», οι μεταμοντέρνοι και αποαποικιακοί θεωρητικοί εγκλωβίζονται σε έναν αντίστροφο ευρωκεντρισμό: ταυτίζουν την οικουμενικότητα, τον ορθό λόγο και την πρόοδο αποκλειστικά με τον «δυτικό ιμπεριαλισμό». Με αυτή την απλή αντιστροφή του προσήμου, η κριτική τους δεν αρνείται τις αξιώσεις των θιασωτών της «δυτικής υπεροχής», αλλά αντίθετα τις αναπαράγει σε αντεστραμμένη μορφή.
9. Από τον κουλτουραλισμό στον αριστερό εθνικισμό
Αυτή η κριτική στον κουλτουραλισμό οδηγεί αναπόφευκτα στη σύγκρουση με τις εθνικοαπελευθερωτικές, λενινιστικές και αριστερές εθνικιστικές παραδόσεις. Όταν η ολότητα της παγκόσμιας καπιταλιστικής σχέσης αντικαθίσταται από τη σύγκρουση συμπαγών πολιτισμικών ή γεωγραφικών ταυτοτήτων, το έδαφος για τον αριστερό εθνικισμό είναι ήδη έτοιμο. Ο συγκεκριμένος ιδεαλιστικός εγκλωβισμός οφείλεται στην παντελή απουσία μιας ριζοσπαστικής κριτικής του κεφαλαίου ως κοινωνικής σχέσης.
Εδώ επανέρχεται, με άλλη μορφή, το πρόβλημα που ο Γκόλντνερ είχε εντοπίσει στον «ριζοσπαστισμό της μεσαίας τάξης»: μια έννοια της ελευθερίας ως άρνησης της κυριαρχίας, της εξουσίας και των περιορισμών, χωρίς θετικό περιεχόμενο κοινωνικού μετασχηματισμού. Ακόμη και όταν λ.χ. ο σύγχρονος αποαποικιακός λόγος παρουσιάζεται ως αντιεξουσιαστικός, δεν ξεφεύγει από αυτή τη λογική. Ο αφηρημένος αντικρατισμός του στρέφεται συνήθως ενάντια στο δυτικό, αποικιακό ή ιμπεριαλιστικό κράτος, όχι ενάντια στην κρατική μορφή και στην καπιταλιστική σχέση ως τέτοιες. Γι’ αυτό μπορεί να συνυπάρχει χωρίς μεγάλη δυσκολία με την υποστήριξη αντιδραστικών κινημάτων ή θρησκευτικών και εθνικιστικών μορφωμάτων, όταν αυτά εμφανίζονται ως φορείς της «μη δυτικής» ή αποικιοκρατούμενης ταυτότητας. Σε αυτή την περίπτωση, ο αντικρατισμός δεν υπερβαίνει τον αριστερό εθνικισμό αλλά λειτουργεί ως αντιθεσμική μορφή του.
Ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, σε πολλές λενινιστικές και μεταλενινιστικές αναγνώσεις του ιμπεριαλισμού, η έννοια του καπιταλισμού άρχισε να μετατοπίζεται από μια εγγενώς παγκόσμια σχέση εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας προς μια εξωτερική, γεωπολιτική σχέση «λεηλασίας» των αδύναμων εθνών από τα ισχυρά. Τα διάφορα μεταμοντέρνα πολιτικά ρεύματα κληρονομούν αυτή τη διαστρεβλωμένη γεωπολιτική οπτική, αποκόπτοντάς την πλήρως ακόμα και από την πολιτική οικονομία της: αντί να συλλάβουν ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής ενοποιεί την ανθρωπότητα μέσω του νόμου της αξίας και της βίαιης απόσπασης υπεραξίας, μετατρέπουν την ιμπεριαλιστική σχέση σε μια αμιγώς επιστημολογική και πολιτισμική σύγκρουση. Το πρόβλημα γι’ αυτούς δεν είναι η παγκόσμια δικτατορία της αξίας, αλλά η επιβολή ενός «ευρωκεντρικού» συστήματος γνώσης (του δυτικού ορθολογισμού) που καταστέλλει τις τοπικές, ιθαγενικές αφηγήσεις.
Έτσι, ο μεταμοντερνισμός διαλύει την τάξη σε ταυτότητες, ενώ οι εθνικοαπελευθερωτικές ψευδοσοσιαλιστικές ιδεολογίες την υποτάσσουν στο έθνος, στον λαό, στο κόμμα-κράτος, στην εθνική ανάπτυξη ή στην αντι-ιμπεριαλιστική γεωπολιτική. Η αποστολή ενός χειραφετητικού κινήματος δεν είναι η αποσύνδεση από μια αφηρημένη «Δύση» ούτε η αναζήτηση μιας αυθεντικής, προ-αποικιακής ταυτότητας. Είναι η ρήξη με την παγκόσμια καπιταλιστική σχέση που παράγει και αναπαράγει τόσο την ιμπεριαλιστική ιεραρχία όσο και τις εθνικές μορφές μέσα από τις οποίες αυτή εμφανίζεται.
Αυτό το θεωρητικό αδιέξοδο αναδεικνύεται ανάγλυφα, υπό τη μορφή μιας οξύτατης εσωτερικής αντίφασης, στην περίπτωση μαρξιστών διανοουμένων όπως ο Σαμίρ Αμίν. Το παράδοξο με τον Αμίν, όπως σημειώνει ο Γκόλντνερ, είναι ότι, σε πλήρη αντίθεση με τους μεταμοντέρνους, ο ίδιος απορρίπτει τον κουλτουραλισμό, υπερασπίζεται την έννοια της προόδου και επιδιώκει ρητά να ενισχύσει την καθολική διάσταση του ιστορικού υλισμού. Ωστόσο, επειδή μοιράζεται με τη μεταμοντέρνα σκέψη την ίδια δυσπιστία απέναντι στην επαναστατική δυναμική του «δυτικού» προλεταριάτου, η δική του εναλλακτική πρόταση διολισθαίνει τελικά σε έναν γεωπολιτικό και κρατιστικό παρτικουλαρισμό. Η στρατηγική της «αποσύνδεσης» (delinking) που εισηγείται –μια φαντεζί ονομασία για το σταλινικό δόγμα του «σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα»– υποσκάπτει τη διεθνιστική προλεταριακή καθολικότητα υπέρ της αστικής έννοιας της καθολικότητας του «ανεξάρτητου» κράτους.
Η στρατηγική της εθνικής αυτάρκειας δεν απελευθερώνει την αυτόνομη επαναστατική δυναμική των καταπιεσμένων στρωμάτων της περιφέρειας, αλλά αντίθετα την εγκλωβίζει και την εργαλειοποιεί. Υπό το περίβλημα της «εθνικής λαϊκής δημοκρατίας», η τοπική επαναστατική ορμή των εργατών και των αγροτών υποτάσσεται εν τέλει στις επιταγές μιας εγχώριας γραφειοκρατικής ελίτ, η οποία αναλαμβάνει να εκτελέσει τη βίαιη διαδικασία της πρωταρχικής συσσώρευσης. Ο γενοκτονικός χαρακτήρας καθεστώτων όπως αυτό των Ερυθρών Χμερ στην Καμπότζη δεν αποτέλεσε κάποια ατυχή παρέκκλιση. Ήταν η έκφραση αυτής ακριβώς της κρατικής βίας, η οποία εξουδετέρωσε την αυτενέργεια των ίδιων των ντόπιων πληθυσμών για να επιβάλει την εθνική καπιταλιστική συσσώρευση.
Απομονώνοντας αυτούς τους ζωντανούς αγώνες εντός των συνόρων του εθνικού κράτους, η τριτοκοσμική θεωρία τούς στερεί τη δυνατότητα να συναντηθούν οργανικά και ισότιμα με το διεθνές εργατικό κίνημα σε μια κοινή επίθεση ενάντια στην παγκόσμια ολότητα του κεφαλαίου. Συνεπώς, η πραγματική αποαποικιοποίηση δεν αποτελεί γεωπολιτική υπόθεση κρατών ή στρατοπέδων. Αντίθετα, είναι η αποαποικιοποίηση του κόσμου από το εμπόρευμα και την αξία. Σε αυτή την προοπτική, οι αγώνες στην περιφέρεια μπορούν να οδηγήσουν στη χειραφέτηση μόνο ως οργανικές στιγμές μιας αναπτυσσόμενης διαδικασίας της παγκόσμιας κομμουνιστικής επανάστασης.
Για τον Γκόλντνερ, αυτή η λογική δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά στον ύστερο τριτοκοσμισμό ή στη μεταπολεμική αποαποικιοποίηση. Έχει βαθύτερες ιστορικές ρίζες στην αντιδυτική, κρατιστική και εθνικο-αναπτυξιακή παράδοση του 20ού αιώνα. Ο Γκόλντνερ την ιχνηλατεί στον γερμανικό εθνικομπολσεβικισμό της περιόδου της Βαϊμάρης, ο οποίος υιοθέτησε ως θεμελιακό του πρότυπο το αυταρχικό και μερκαντιλιστικό πρωσικό μοντέλο – το «κλειστό εμπορικό κράτος» του Φίχτε.
Σε αυτό το πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η Συνθήκη του Ραπάλλο του 1922. Η συνθήκη αυτή, υπογεγραμμένη από τον Βάλτερ Ράτεναου εκ μέρους της Γερμανίας και τον Γκεόργκι Τσιτσέριν εκ μέρους της Σοβιετικής Ρωσίας, αποκατέστησε τις διπλωματικές και οικονομικές σχέσεις ανάμεσα στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης και το σοβιετικό κράτος, ενώ οι δύο πλευρές παραιτήθηκαν από τις αμοιβαίες οικονομικές και εδαφικές αξιώσεις που συνδέονταν με τον πόλεμο και την επανάσταση. Η σημασία της Συνθήκης δεν βρισκόταν μόνο στο τυπικό της περιεχόμενο. Το Ραπάλλο έφερε κοντά δύο απομονωμένες δυνάμεις της μεταπολεμικής Ευρώπης –την ηττημένη Γερμανία και τη διπλωματικά απομονωμένη Σοβιετική Ρωσία– και λειτούργησε ως σύμβολο μιας πιθανής αντιδυτικής γερμανοσοβιετικής σύγκλισης.
Ο Ράτεναου δεν ανήκε στον εθνικομπολσεβικισμό. Συνδεόταν όμως με μια μορφή κρατικά οργανωμένου καπιταλισμού, βιομηχανικού σχεδιασμού και κορπορατιστικού συντονισμού, την οποία οι Γερμανοί εθνικομπολσεβίκοι μπορούσαν να διαβάσουν ως πρόπλασμα ενός εθνικού, αντιδυτικού και κρατικά διευθυνόμενου «σοσιαλισμού». Έτσι, η Συνθήκη του Ραπάλλο δεν έχει σημασία εδώ επειδή ταυτίζεται άμεσα με τον εθνικομπολσεβικισμό, αλλά επειδή συμπύκνωσε μια δυνατότητα που εκείνος μπορούσε να ιδεολογικοποιήσει: τη στροφή από τον προλεταριακό διεθνισμό προς μια πολιτική κρατικών συμμαχιών, αντιδυτικών ελιγμών και εθνικά οργανωμένης συσσώρευσης.
Η ιδεολογική ανάγνωση αυτής της σύγκλισης από τους εθνικομπολσεβίκους στηρίχθηκε σε μια βαθιά αντιστροφή. Οι Γερμανοί εθνικομπολσεβίκοι δεν έβλεπαν στη Ρωσία έναν φάρο της παγκόσμιας προλεταριακής χειραφέτησης, αλλά ένα επιτυχημένο παράδειγμα κρατικά διευθυνόμενου, σοσιαλιστικού και εθνικιστικού κλειστού εμπορικού κράτους. Στη σοβιετική πλευρά, η φιγούρα του Καρλ Ράντεκ λειτούργησε ως σύμβολο αυτής της μετατόπισης από τον διεθνισμό στη γεωπολιτική: από την προσδοκία της παγκόσμιας επανάστασης προς μια πολιτική κρατικών συμμαχιών, αντιδυτικών τακτικών και ελιγμών με εθνικιστικές δυνάμεις. Μέσα από αυτή την ιστορική ταλάντευση αναδύθηκαν δύο κρατιστικές ιδεολογίες που θα σημάδευαν τον 20ό αιώνα: ο «αντι-ιμπεριαλιστικός» εθνικισμός, στραμμένος κατά των δυτικών καπιταλιστικών μητροπόλεων, και το εκκολαπτόμενο σταλινικό κράτος. Η σύγκλιση αυτή αποτέλεσε πρόδρομο τόσο των μεταπολεμικών αναπτυξιακών καθεστώτων των καπιταλιστικά υπανάπτυκτων εθνικών κοινωνικών σχηματισμών –Ατατούρκ, Περόν, Νάσερ, Σουκάρνο– όσο και των ποικίλων εθνικών σταλινισμών.
Σήμερα η μεταμοντέρνα θεωρία της διαφοράς, ο μετασταλινικός αντι-ιμπεριαλισμός και οι επίγονοι της λογικής της «αποσύνδεσης» συγκλίνουν σε μια πολιτική όπου το καταπιεσμένο έθνος, ο ιθαγενισμός, η «μη Δύση» ή ο «παγκόσμιος Νότος» εμφανίζονται ως ριζικά διαφορετικά από την καπιταλιστική Δύση. Η καθολικότητα της κομμουνιστικής παγκόσμιας χειραφέτησης απαξιώνεται ως «δυτική» και «αποικιοκρατική». Η ταξική πάλη εξαφανίζεται πίσω από τη γεωπολιτική. Το προλεταριάτο δεν εμφανίζεται ως παγκόσμια τάξη, αλλά καταλήγει ουρά του κράτους «του».