In Situ

Directions Website

In Situ Αντιεξουσιαστικός Κομμουνιστικός Χώρος

Εισήγηση στην προβολή της ταινίας ΒόιτσεκΗ ταινία του Βέρνερ Χέρτσογκ Βόιτσεκ βασίζεται στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Γκ...
24/10/2026

Εισήγηση στην προβολή της ταινίας Βόιτσεκ

Η ταινία του Βέρνερ Χέρτσογκ Βόιτσεκ βασίζεται στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Γκέοργκ Μπύχνερ. Ο Μπύχνερ στη σύντομη ζωή του, πέθανε το 1837 σε ηλικία 23 ετών, υπήρξε κατ’ αρχάς επαναστάτης. Η πολιτική του διαμόρφωση φαίνεται ότι πηγάζει από τα γεγονότα της Ιουλιανής Επανάστασης στη Γαλλία του 1830 και του επαναστατικού κύματος που αυτή απελευθέρωσε. Ο 16-χρονος τότε Μπύχνερ, στη γενέτειρά του, το Δουκάτο της Έσσης, γίνεται μάρτυρας ενός ορμητικού αγροτικού κινήματος που σάρωσε το Δουκάτο και καταπνίγηκε στο αίμα. Η εμπειρία αυτή τον κάνει να στρέψει την προσοχή του προς το υλικό υπόβαθρο του κοινωνικού ανταγωνισμού, στον διαχωρισμό μεταξύ φτωχών και πλούσιων, και στο πώς η υλική ανάγκη των φτωχών μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός για την επανάσταση ενάντια τόσο στους ευγενείς όσο και στην αναδυόμενη αστική τάξη.

Σε ηλικία 20 ετών έγραφε σε μια επιστολή προς τους γονείς του:

«Κατηγορούν τους νέους για τη χρήση βίας. Αλλά μήπως δεν βρισκόμαστε σε μια αέναη κατάσταση βίας; Επειδή γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε μέσα στα μπουντρούμια, δεν συνειδητοποιούμε πλέον ότι είμαστε χωμένοι μέσα σε μια τρύπα, αλυσοδεμένοι χειροπόδαρα και φιμωμένοι. Τι εννοείτε με τον όρο νομιμότητα; Έναν νόμο που υποβιβάζει τη μεγάλη μάζα του πληθυσμού σε σκλαβωμένα κτήνη για να ικανοποιήσει τις αφύσικες ανάγκες μιας ασήμαντης και διεφθαρμένης μειοψηφίας; Αυτός ο νόμος, που υποστηρίζεται από την ωμή στρατιωτική βία και από την κουτοπονηριά των πρακτόρων του, αυτός ο νόμος είναι μια αιώνια, ωμή βία που επιβάλλεται επάνω στο δίκαιο και την κοινή λογική – και θα τον πολεμήσω με τα λόγια και τις πράξεις μου όπου μπορώ».

Ή

«Θα ενεργώ πάντα σύμφωνα με τις αρχές μου, ωστόσο έμαθα πρόσφατα ότι μόνο οι βασικές ανάγκες των μαζών μπορούν να επιφέρουν αλλαγή, και ότι όλη η δραστηριότητα και η φωνή των ατόμων είναι ανόητη σπατάλη χρόνου».

Ένα χρόνο μετά, σε ηλικία μόλις 21 ετών, γράφει και κυκλοφορεί μαζί με τον θεολόγο Friedrich Ludwig Weidig την μπροσούρα Ο αγγελιοφόρος της Έσσης. Ο υπότιτλος της μπροσούρας «Πόλεμος στα παλάτια, ειρήνη στις καλύβες!» δεν αφήνει πολλά περιθώρια για παρερμηνεία. Στόχος του νεαρού Μπύχνερ ήταν μέσα από τις γραμμές αυτού του κειμένου να ξεσηκώσει τους αγρότες, δηλαδή του φτωχούς, εναντίον της αριστοκρατίας και της ανερχόμενης αστικής τάξης. Οι αρχές αντέδρασαν με μεγάλη σφοδρότητα στην κυκλοφορία της μπροσούρας. Έβγαλαν ένταλμα σύλληψης του Μπύχνερ, ο οποίος όμως κατάφερε να διαφύγει το 1835 στο Στρασβούργο. Ο έτερος συγγραφέας ωστόσο, ο Weidig, συνελήφθη μαζί με άλλους αντιφρονούντες, φυλακίστηκε, υποβλήθηκε σε απάνθρωπες συνθήκες κράτησης, βασανίστηκε και πέθανε το 1837 υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, με την επίσημη έρευνα να καταλήγει στο συμπέρασμα ότι έκοψε τις φλέβες του.

Δυστυχώς, και ο Μπύχνερ πέθανε το ίδιο έτος, χτυπημένος από τύφο. Μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε για το πού θα είχε οδηγηθεί η σκέψη και η δράση του εάν είχε την τύχη να ζήσει το επαναστατικό κύμα του 1848 και εάν είχε έρθει σε επαφή με την επαναστατική σκέψη του Μαρξ.

Ο θάνατός του διέκοψε και τη συγγραφή του τελευταίου του έργου, του Βόιτσεκ, το οποίο είναι ημιτελές και αποσπασματικό. Το έργο βασίζεται ως έμπνευση στην πραγματική ιστορία του Γιόχαν Κρίστιαν Βόιτσεκ, κατασκευαστή περουκών και αργότερα μισθοφόρου στρατιώτη από τη Λειψία, ο οποίος δολοφόνησε τη γυναίκα με την οποία συζούσε και στη συνέχεια καταδικάστηκε και αποκεφαλίστηκε.

Όταν το έργο ανακαλύπτεται από το κοινό σχεδόν 100 χρόνια μετά τη συγγραφή του (πρώτη παράσταση το 1913 στο Μόναχο), με έναν καπιταλισμό σε πλήρη ανάπτυξη, θεωρείται το πρώτο έργο που έχει ως κεντρικό ήρωα έναν προλετάριο.
Ο Μπύχνερ δημιουργεί έναν ήρωα που για να επιβιώσει έχει χάσει κάθε έλεγχο επάνω στη ζωή του. Ο Βόιτσεκ ζει πουλώντας τον εαυτό του: ως στρατιώτης, υπηρέτης και πειραματόζωο. Όσο περισσότερο προσπαθεί να εξασφαλίσει τα αναγκαία, τόσο λιγότερο του ανήκει η ζωή του και το ίδιο το σώμα του.

Ο Λοχαγός τον κατηγορεί για έλλειψη ηθικής επειδή έχει παιδί χωρίς να είναι παντρεμένος. Η κοινωνική ανισότητα παρουσιάζεται ως ηθική κατωτερότητα του φτωχού. Εκείνος που έχει την άνεση να φιλοσοφεί για την αρετή απαιτεί από τον άνθρωπο που τον υπηρετεί να απολογηθεί για τον τρόπο με τον οποίο ζει.
Στη σχέση με τον Γιατρό, αυτή η εξουσία φτάνει μέχρι τις πιο στοιχειώδεις λειτουργίες του σώματος. Ο Γιατρός διακηρύσσει την ελευθερία της ανθρώπινης βούλησης την ίδια στιγμή που υπαγορεύει στον Βόιτσεκ τι θα φάει και απαιτεί να ελέγχει ακόμη και την ούρησή του. Η επιδείνωση της κατάστασής του αντιμετωπίζεται ως ενδιαφέρον επιστημονικό εύρημα. Η ανάγκη του για χρήματα, επιτρέπει στον Γιατρό να τον μεταχειρίζεται ως υλικό για τα πειράματά του, χωρίς να ενδιαφέρεται για τον πόνο του.

Μέσα σε αυτές τις σχέσεις, ο Βόιτσεκ μαθαίνει να σκύβει το κεφάλι. Ωστόσο, αντιλαμβάνεται την αδικία: απαντά στον Λοχαγό ότι η περίφημη αρετή έχει να κάνει με το να έχεις χρήματα και υψηλή κοινωνική θέση. Η υποταγή του συνυπάρχει με αυτή την επίγνωση, που όμως δεν αρκεί για να αλλάξει τη ζωή του. Η καθημερινή ταπείνωση φθείρει την ικανότητά του να αντισταθεί, και τον στρέφει ενάντια στον μοναδικό άνθρωπο που αισθάνεται ότι μπορεί να εξουσιάσει. Η σύντροφός του Μαρί, ανύπαντρη μητέρα και εξαρτώμενη για την επιβίωση τη δικής της και του παιδιού της από τον σύντροφό της, δέχεται εντέλει, εκτός από την κατακραυγή και την απαξίωση του κοινωνικού περίγυρου, τη δολοφονική βία του Βόιτσεκ. Η κυριαρχία που ο ίδιος υφίσταται και που αδυνατεί να αντιπαλέψει ως απομονωμένο άτομο, εκτονώνεται μέσω της βίας της ιδιοκτησίας πάνω στη γυναίκα του.

Η ταινία του Χέρτσογκ παραμένει πιστή στο θεατρικό έργο, εκτός από το τέλος. Ο Χέρτσογκ μας δείχνει τον Βόιτσεκ να πνίγεται μέσα σε μια λίμνη, ενώ στα χειρόγραφα του Μπύχνερ υπάρχει ένα προσχέδιο με τη δίκη του Βόιτσεκ, μετά τον φόνο της Μαρί. Όταν ρωτήθηκε ο Χέρτσογκ γιατί δεν μετέφερε το έργο στη σύγχρονη εποχή, είχε πει το εξής: «Έχω την αίσθηση ότι η τοποθέτηση του Βόιτσεκ στο ιστορικό του πλαίσιο, μας δίνει μια καλύτερη εικόνα για τη δική μας εποχή, για τις δομές της ζωής στην αστική κοινωνία – για πράγματα που εξακολουθούν να υπάρχουν, εξακολουθούν να είναι έντονα παρόντα, αλλά πλέον είναι πιο ασαφή. Μπορείς να κατανοήσεις πιο εύκολα τις συμβαίνει γύρω μας, υιοθετώντας την οπτική εκείνης της εποχής».

Η ταινία γυρίστηκε το 1979 με πρωταγωνιστές τον Κλάους Κίνσκι, σε μία ακόμα εξωπραγματική ερμηνεία, και την Eva Mattes στον ρόλο της Μαρί που κέρδισε το βραβείο Β γυναικείου ρόλου στις Κάννες το 1979. Όπως συμβαίνει με όλες τις ταινίες του Χέρτσογκ, πρόκειται για ένα αριστουργηματικό πάντρεμα ομορφιάς, φρίκης, πάθους, αποστροφής, ονείρου, βίας. Ή όπως έλεγε ο Μαρξ: «Τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο».

Απόσπασμα από την εισήγηση της εκδήλωσης (στα σχόλια σύνδεσμος προς το πλήρες κείμενο)7. Πολυπολιτισμικότητα, κουλτουραλ...
16/06/2026

Απόσπασμα από την εισήγηση της εκδήλωσης (στα σχόλια σύνδεσμος προς το πλήρες κείμενο)

7. Πολυπολιτισμικότητα, κουλτουραλισμός και αντίστροφος ευρωκεντρισμός

Η ίδια αντιδιαλεκτική λογική εμφανίζεται στο πεδίο της πολυπολιτισμικότητας. Στο κείμενο «Πολυπολιτισμικότητα ή Παγκόσμιος Πολιτισμός», ο Γκόλντνερ επιτίθεται στην αντίληψη των πολιτισμών ως ερμητικά κλειστών κόσμων, που δεν αλληλοεπηρεάζονται. Ο ευρωκεντρισμός, στον οποίο οι θιασώτες της πολυπολιτισμικότητας υποτίθεται ότι επιτίθενται, παρουσιάζει τον ορθό λόγο, την επιστήμη, την καθολικότητα και την ελευθερία ως ιδιοκτησία της Δύσης. Ο μεταμοντέρνος αντιευρωκεντρισμός αποδέχεται αυτή την ταύτιση και απλώς αντιστρέφει το πρόσημο. Έτσι μεταμοντέρνοι και ευρωκεντριστές καταλήγουν, με έναν αρκετά οξύμωρο και ειρωνικό τρόπο, να συμφωνούν για το τι είναι ο Δυτικός πολιτισμός. Η κορυφαία στιγμή αυτής της σύγκλισης είναι η εξαφάνιση της επιρροής της Αρχαίας Αιγύπτου και της Αλεξάνδρειας από τις πολιτισμικές καταβολές του «Δυτικού» κόσμου.

Ο Γκόλντνερ απαντά σε αυτό με την παγκόσμια ιστορική διαμεσολάβηση. Η ελληνική αρχαιότητα, η Αλεξάνδρεια, ο ισλαμικός κόσμος, οι Άραβες και οι Πέρσες φιλόσοφοι, η Κίνα, η ευρωπαϊκή Αναγέννηση δεν είναι κλειστά πολιτισμικά κουτιά· είναι στιγμές μιας παγκόσμιας ιστορικής κίνησης.

Σε ένα από τα πιο γλαφυρά σημεία του κειμένου, παραθέτει μερικά στοιχεία αυτής της ιστορικής κίνησης. Ξεκινά με την παραδοχή πως η ίδια η ελληνική αρχαιότητα, την οποία τόσο οι ευρωκεντριστές όσο και οι μεταμοντέρνοι παρουσιάζουν ως το σημείο γέννησης του «Δυτικού πολιτισμού», αναγνώριζε ανοιχτά την αρχαία Αίγυπτο ως την κύρια πηγή της φιλοσοφικής της καταγωγής. Αναφέρει τις αιγυπτιακές επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, με επίκεντρο την Αλεξάνδρεια όπου γεννήθηκε το τελευταίο μεγάλο φιλοσοφικό ρεύμα της αρχαιότητας, ο νεοπλατωνισμός, ο οποίος επηρέασε τη χεγκελιανή διαλεκτική και, μέσω αυτής, τη μαρξική διαλεκτική. Αυτή ακριβώς την κληρονομιά οικειοποιήθηκαν και ανέπτυξαν οι αραβικοί και περσικοί πολιτισμοί μετά τις κατακτήσεις του 7ου αιώνα, διασώζοντας και μετασχηματίζοντας ένα τεράστιο σώμα γνώσης που επρόκειτο να επιστρέψει αργότερα στη δυτική Ευρώπη. Οι εν λόγω αραβικές και περσικές πολιτισμικές ρίζες συνέβαλαν καθοριστικά στην Αναγέννηση.

Ο Γκόλντνερ γράφει:

«Τι μας λένε για όλα αυτά οι δήθεν ριζοσπαστικοί μεταμοντέρνοι υποστηρικτές της πολυπολιτισμικότητας; Απολύτως τίποτα! Και γιατί; Γιατί, μέσω του Νίτσε και του Χάιντεγκερ, του Φουκώ και του Ντεριντά, κατάπιαν αμάσητο το φιλελληνικό αφήγημα, αντιστρέφοντας μόνο το πρόσημο. Αγνοούν τις αραβικές και περσικές πηγές της Αναγέννησης και έτσι συσκοτίζουν τη μεσολάβηση καθώς και την περαιτέρω ανάπτυξη της ελληνικής κληρονομιάς από την Αλεξάνδρεια και τους μουσουλμάνους».

«Δεν μας λένε τίποτα από όλα αυτά, επειδή μια τέτοια συγκρητιστική αλληλογονιμοποίηση των κουλτούρων έρχεται σε αντίθεση με τη σχετικιστική τους αντίληψη ότι οι κουλτούρες αντιμετωπίζουν η μία την άλλη ως ερμητικά κλειστά και πάντα διαστρεβλωτικά “κείμενα”. Τόσοι “νεκροί λευκοί Ευρωπαίοι άνδρες” αποδεικνύεται πως οφείλουν πάρα πολλά σε νεκρούς άνδρες, […] διαφορετικού χρώματος!»

Η κριτική δεν υπερασπίζεται τη Δύση απέναντι στη μη Δύση· επιτίθεται στην ίδια τη διάκριση, όταν αυτή παρουσιάζει τους πολιτισμούς ως αυτάρκεις ουσίες. Η επιστήμη, ο ορθός λόγος και η καθολικότητα δεν είναι ιδιοκτησία κανενός πολιτισμού. Είναι προϊόντα της παγκόσμιας ιστορικής κίνησης.



8. Η καθολικότητα του Μαρξ απέναντι στον κουλτουραλισμό

Αυτή ακριβώς η κριτική αναπτύσσεται στην πιο ολοκληρωμένη της μορφή στο κείμενο του βιβλίου με τίτλο «Η καθολικότητα του Μαρξ». Εξηγώντας πώς φτάσαμε να αντιμετωπίζουμε τους πολιτισμούς ως ερμητικά κλειστά συστήματα, ο Γκόλντνερ στρέφει εδώ τα πυρά του στην «κειμενική» αντίληψη της ιστορίας και τον Έντουαρντ Σαΐντ. Το πρόβλημα, διευκρινίζει, δεν είναι προφανώς η αναγκαία κριτική στον οριενταλισμό, αλλά η μεταμοντέρνα και μεταδομιστική τάση να αναλύεται η κοινωνική πραγματικότητα, η ιστορία και η αποικιοκρατία αποκλειστικά ως συστήματα αναπαραστάσεων – δηλαδή, ως «κείμενα» και «λόγοι» (discourses) που πρέπει να αποδομηθούν. Οι κοινωνικοί θεσμοί, οι σχέσεις εξουσίας και οι πολιτισμοί παύουν να προσεγγίζονται ως αντικειμενικές υλικές δομές και ανάγονται σε πλέγματα αναπαραστάσεων, γλωσσικών κανόνων και συμβολικών συστημάτων. Η αποικιοκρατία, για παράδειγμα, εξετάζεται πρωτίστως ως ένας κυρίαρχος «λόγος» (discourse) που κατασκευάζει την έννοια του «Άλλου».

Η προσέγγιση αυτή μετατρέπει την παγκόσμια ιστορία σε μια μάχη αφηγήσεων, αφαιρώντας το υλικό έδαφος της κριτικής. Η αναγωγή αυτή πάσχει από τρία θεμελιώδη προβλήματα: Πρώτον, αποκόπτει την ιστορία από την υλική της βάση, καθώς η ανάλυση εγκλωβίζεται στη μελέτη λογοτεχνικών έργων, λόγων και αναπαραστάσεων παραβλέποντας την πολιτική οικονομία και την κριτική της, τον διεθνή καταμερισμό της εργασίας, τον ιμπεριαλισμό και τις ταξικές σχέσεις. Δεύτερον, οδηγεί σε έναν νέο ουσιοκρατικό κουλτουραλισμό: αντιμετωπίζοντας τη Δύση και την Ανατολή ως ενιαία στο εσωτερικό τους «κειμενικά μπλοκ», παραγνωρίζει τις εσωτερικές ταξικές τους αντιφάσεις και τις πραγματικές, υλικές τους αλληλεπιδράσεις, αναπαράγοντας την ίδια την ουσιοκρατία που υποτίθεται ότι πολεμά. Τρίτον, αφαιρεί την ιστορική εμπρόθετη δράση από τα υποκείμενα: εάν όλα καθορίζονται από ένα παντοδύναμο αποικιακό «κείμενο», οι αποικιοκρατούμενοι πληθυσμοί εμφανίζονται απλώς ως παθητικά θύματα μιας δυτικής αφήγησης, και όχι ως ενεργά υποκείμενα που διαμορφώνουν την ιστορία με τους αγώνες τους.

Είναι ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο που ο Γκόλντνερ ασκεί δριμεία κριτική στον Σαΐντ, γράφοντας: «Η κειμενική άποψη του Σαΐντ για τις ερμητικά κλειστές σχέσεις ανάμεσα στις κοινωνίες και μέσα στην παγκόσμια ιστορία […] αποτελεί την πεμπτουσία ενός κουλτουραλισμού». Για τον Γκόλντνερ, το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι ο Σαΐντ υπερτιμά το επίπεδο του λόγου, αλλά ότι αδυνατεί να συλλάβει την παγκόσμια ιστορία ως πραγματική ιστορία μεταβιβάσεων, συγκρούσεων και υλικών αλληλεπιδράσεων.

Ακόμη και όταν ο Σαΐντ επιχείρησε αργότερα στο έργο Κουλτούρα και Ιμπεριαλισμός (1993) να απαντήσει στις μαρξιστικές επικρίσεις (των Αχμάντ, Αλ-Αζμ κ.λπ.) εισάγοντας τις έννοιες των «επικαλυπτόμενων επικρατειών» και των «αλληλένδετων ιστοριών» για να αναφερθεί στη μη καθαρότητα, την αμοιβαία εμπλοκή και την ιστορική διασταύρωση των πολιτισμών –στοιχεία που αργότερα θα αναπτυχθούν συστηματικότερα από τη μετααποικιακή θεωρία υπό την έννοια της «υβριδικότητας»– η μεθοδολογία του παρέμεινε προσκολλημένη στο επίπεδο των ιδεών, των λογοτεχνικών διασταυρώσεων και των ταυτοτήτων. Ο Σαΐντ και οι επίγονοί του, αδυνατώντας να θεμελιώσουν την ανάλυση της ιστορίας της αποικιοκρατίας στην ιστορία του παγκόσμιου καπιταλισμού, άφησαν τα «υποτελή» εθνικά κοινωνικά κεφάλαια στο απυρόβλητο.

Απέναντι σε αυτόν τον κουλτουραλισμό, η θέση του Γκόλντνερ για την παγκόσμια ιστορία διαφοροποιείται ριζικά. Για τον Γκόλντνερ, η παγκόσμια ιστορία δεν είναι ένα μωσαϊκό από ξεχωριστές κουλτούρες που εφευρίσκουν εκ των υστέρων γέφυρες επικοινωνίας ή «υβριδικότητες». Είναι η εσωτερική και καθολική αυτοανάπτυξη της ανθρώπινης κοινωνικής πρακτικής, μια ενιαία, δυναμική κίνηση της δημιουργικής δύναμης του είδους που αποκρυσταλλώνεται στις υλικές συνθήκες αναπαραγωγής της. Όταν οι Άραβες ή οι Πέρσες φιλόσοφοι μεταφράζουν, διασώζουν και αναπτύσσουν την ελληνική κληρονομιά, τροφοδοτώντας στη συνέχεια την ευρωπαϊκή Αναγέννηση, δεν έχουμε μια εξωτερική «ανάμειξη» δύο διαφορετικών κόσμων. Έχουμε τις εσωτερικές, αναγκαίες διαμεσολαβήσεις μέσα από τις οποίες αναπτύσσεται ο παγκόσμιος ανθρώπινος πολιτισμός.

Η επιστήμη, ο ορθός λόγος και η χειραφέτηση δεν είναι «δυτικές αξίες» που οι άλλοι πολιτισμοί πρέπει είτε να οικειοποιηθούν υβριδικά είτε να απορρίψουν· είναι προϊόντα αυτής της κοινής, παγκόσμιας ιστορικής κίνησης.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ρίζα του προβλήματος. Απορρίπτοντας την καθολική, υλική ιστορία της ανθρωπότητας και την έννοια της προόδου ως δήθεν «δυτικές κατασκευές», οι μεταμοντέρνοι και αποαποικιακοί θεωρητικοί εγκλωβίζονται σε έναν αντίστροφο ευρωκεντρισμό: ταυτίζουν την οικουμενικότητα, τον ορθό λόγο και την πρόοδο αποκλειστικά με τον «δυτικό ιμπεριαλισμό». Με αυτή την απλή αντιστροφή του προσήμου, η κριτική τους δεν αρνείται τις αξιώσεις των θιασωτών της «δυτικής υπεροχής», αλλά αντίθετα τις αναπαράγει σε αντεστραμμένη μορφή.



9. Από τον κουλτουραλισμό στον αριστερό εθνικισμό

Αυτή η κριτική στον κουλτουραλισμό οδηγεί αναπόφευκτα στη σύγκρουση με τις εθνικοαπελευθερωτικές, λενινιστικές και αριστερές εθνικιστικές παραδόσεις. Όταν η ολότητα της παγκόσμιας καπιταλιστικής σχέσης αντικαθίσταται από τη σύγκρουση συμπαγών πολιτισμικών ή γεωγραφικών ταυτοτήτων, το έδαφος για τον αριστερό εθνικισμό είναι ήδη έτοιμο. Ο συγκεκριμένος ιδεαλιστικός εγκλωβισμός οφείλεται στην παντελή απουσία μιας ριζοσπαστικής κριτικής του κεφαλαίου ως κοινωνικής σχέσης.

Εδώ επανέρχεται, με άλλη μορφή, το πρόβλημα που ο Γκόλντνερ είχε εντοπίσει στον «ριζοσπαστισμό της μεσαίας τάξης»: μια έννοια της ελευθερίας ως άρνησης της κυριαρχίας, της εξουσίας και των περιορισμών, χωρίς θετικό περιεχόμενο κοινωνικού μετασχηματισμού. Ακόμη και όταν λ.χ. ο σύγχρονος αποαποικιακός λόγος παρουσιάζεται ως αντιεξουσιαστικός, δεν ξεφεύγει από αυτή τη λογική. Ο αφηρημένος αντικρατισμός του στρέφεται συνήθως ενάντια στο δυτικό, αποικιακό ή ιμπεριαλιστικό κράτος, όχι ενάντια στην κρατική μορφή και στην καπιταλιστική σχέση ως τέτοιες. Γι’ αυτό μπορεί να συνυπάρχει χωρίς μεγάλη δυσκολία με την υποστήριξη αντιδραστικών κινημάτων ή θρησκευτικών και εθνικιστικών μορφωμάτων, όταν αυτά εμφανίζονται ως φορείς της «μη δυτικής» ή αποικιοκρατούμενης ταυτότητας. Σε αυτή την περίπτωση, ο αντικρατισμός δεν υπερβαίνει τον αριστερό εθνικισμό αλλά λειτουργεί ως αντιθεσμική μορφή του.

Ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, σε πολλές λενινιστικές και μεταλενινιστικές αναγνώσεις του ιμπεριαλισμού, η έννοια του καπιταλισμού άρχισε να μετατοπίζεται από μια εγγενώς παγκόσμια σχέση εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας προς μια εξωτερική, γεωπολιτική σχέση «λεηλασίας» των αδύναμων εθνών από τα ισχυρά. Τα διάφορα μεταμοντέρνα πολιτικά ρεύματα κληρονομούν αυτή τη διαστρεβλωμένη γεωπολιτική οπτική, αποκόπτοντάς την πλήρως ακόμα και από την πολιτική οικονομία της: αντί να συλλάβουν ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής ενοποιεί την ανθρωπότητα μέσω του νόμου της αξίας και της βίαιης απόσπασης υπεραξίας, μετατρέπουν την ιμπεριαλιστική σχέση σε μια αμιγώς επιστημολογική και πολιτισμική σύγκρουση. Το πρόβλημα γι’ αυτούς δεν είναι η παγκόσμια δικτατορία της αξίας, αλλά η επιβολή ενός «ευρωκεντρικού» συστήματος γνώσης (του δυτικού ορθολογισμού) που καταστέλλει τις τοπικές, ιθαγενικές αφηγήσεις.

Έτσι, ο μεταμοντερνισμός διαλύει την τάξη σε ταυτότητες, ενώ οι εθνικοαπελευθερωτικές ψευδοσοσιαλιστικές ιδεολογίες την υποτάσσουν στο έθνος, στον λαό, στο κόμμα-κράτος, στην εθνική ανάπτυξη ή στην αντι-ιμπεριαλιστική γεωπολιτική. Η αποστολή ενός χειραφετητικού κινήματος δεν είναι η αποσύνδεση από μια αφηρημένη «Δύση» ούτε η αναζήτηση μιας αυθεντικής, προ-αποικιακής ταυτότητας. Είναι η ρήξη με την παγκόσμια καπιταλιστική σχέση που παράγει και αναπαράγει τόσο την ιμπεριαλιστική ιεραρχία όσο και τις εθνικές μορφές μέσα από τις οποίες αυτή εμφανίζεται.

Αυτό το θεωρητικό αδιέξοδο αναδεικνύεται ανάγλυφα, υπό τη μορφή μιας οξύτατης εσωτερικής αντίφασης, στην περίπτωση μαρξιστών διανοουμένων όπως ο Σαμίρ Αμίν. Το παράδοξο με τον Αμίν, όπως σημειώνει ο Γκόλντνερ, είναι ότι, σε πλήρη αντίθεση με τους μεταμοντέρνους, ο ίδιος απορρίπτει τον κουλτουραλισμό, υπερασπίζεται την έννοια της προόδου και επιδιώκει ρητά να ενισχύσει την καθολική διάσταση του ιστορικού υλισμού. Ωστόσο, επειδή μοιράζεται με τη μεταμοντέρνα σκέψη την ίδια δυσπιστία απέναντι στην επαναστατική δυναμική του «δυτικού» προλεταριάτου, η δική του εναλλακτική πρόταση διολισθαίνει τελικά σε έναν γεωπολιτικό και κρατιστικό παρτικουλαρισμό. Η στρατηγική της «αποσύνδεσης» (delinking) που εισηγείται –μια φαντεζί ονομασία για το σταλινικό δόγμα του «σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα»– υποσκάπτει τη διεθνιστική προλεταριακή καθολικότητα υπέρ της αστικής έννοιας της καθολικότητας του «ανεξάρτητου» κράτους.

Η στρατηγική της εθνικής αυτάρκειας δεν απελευθερώνει την αυτόνομη επαναστατική δυναμική των καταπιεσμένων στρωμάτων της περιφέρειας, αλλά αντίθετα την εγκλωβίζει και την εργαλειοποιεί. Υπό το περίβλημα της «εθνικής λαϊκής δημοκρατίας», η τοπική επαναστατική ορμή των εργατών και των αγροτών υποτάσσεται εν τέλει στις επιταγές μιας εγχώριας γραφειοκρατικής ελίτ, η οποία αναλαμβάνει να εκτελέσει τη βίαιη διαδικασία της πρωταρχικής συσσώρευσης. Ο γενοκτονικός χαρακτήρας καθεστώτων όπως αυτό των Ερυθρών Χμερ στην Καμπότζη δεν αποτέλεσε κάποια ατυχή παρέκκλιση. Ήταν η έκφραση αυτής ακριβώς της κρατικής βίας, η οποία εξουδετέρωσε την αυτενέργεια των ίδιων των ντόπιων πληθυσμών για να επιβάλει την εθνική καπιταλιστική συσσώρευση.

Απομονώνοντας αυτούς τους ζωντανούς αγώνες εντός των συνόρων του εθνικού κράτους, η τριτοκοσμική θεωρία τούς στερεί τη δυνατότητα να συναντηθούν οργανικά και ισότιμα με το διεθνές εργατικό κίνημα σε μια κοινή επίθεση ενάντια στην παγκόσμια ολότητα του κεφαλαίου. Συνεπώς, η πραγματική αποαποικιοποίηση δεν αποτελεί γεωπολιτική υπόθεση κρατών ή στρατοπέδων. Αντίθετα, είναι η αποαποικιοποίηση του κόσμου από το εμπόρευμα και την αξία. Σε αυτή την προοπτική, οι αγώνες στην περιφέρεια μπορούν να οδηγήσουν στη χειραφέτηση μόνο ως οργανικές στιγμές μιας αναπτυσσόμενης διαδικασίας της παγκόσμιας κομμουνιστικής επανάστασης.

Για τον Γκόλντνερ, αυτή η λογική δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά στον ύστερο τριτοκοσμισμό ή στη μεταπολεμική αποαποικιοποίηση. Έχει βαθύτερες ιστορικές ρίζες στην αντιδυτική, κρατιστική και εθνικο-αναπτυξιακή παράδοση του 20ού αιώνα. Ο Γκόλντνερ την ιχνηλατεί στον γερμανικό εθνικομπολσεβικισμό της περιόδου της Βαϊμάρης, ο οποίος υιοθέτησε ως θεμελιακό του πρότυπο το αυταρχικό και μερκαντιλιστικό πρωσικό μοντέλο – το «κλειστό εμπορικό κράτος» του Φίχτε.

Σε αυτό το πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η Συνθήκη του Ραπάλλο του 1922. Η συνθήκη αυτή, υπογεγραμμένη από τον Βάλτερ Ράτεναου εκ μέρους της Γερμανίας και τον Γκεόργκι Τσιτσέριν εκ μέρους της Σοβιετικής Ρωσίας, αποκατέστησε τις διπλωματικές και οικονομικές σχέσεις ανάμεσα στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης και το σοβιετικό κράτος, ενώ οι δύο πλευρές παραιτήθηκαν από τις αμοιβαίες οικονομικές και εδαφικές αξιώσεις που συνδέονταν με τον πόλεμο και την επανάσταση. Η σημασία της Συνθήκης δεν βρισκόταν μόνο στο τυπικό της περιεχόμενο. Το Ραπάλλο έφερε κοντά δύο απομονωμένες δυνάμεις της μεταπολεμικής Ευρώπης –την ηττημένη Γερμανία και τη διπλωματικά απομονωμένη Σοβιετική Ρωσία– και λειτούργησε ως σύμβολο μιας πιθανής αντιδυτικής γερμανοσοβιετικής σύγκλισης.

Ο Ράτεναου δεν ανήκε στον εθνικομπολσεβικισμό. Συνδεόταν όμως με μια μορφή κρατικά οργανωμένου καπιταλισμού, βιομηχανικού σχεδιασμού και κορπορατιστικού συντονισμού, την οποία οι Γερμανοί εθνικομπολσεβίκοι μπορούσαν να διαβάσουν ως πρόπλασμα ενός εθνικού, αντιδυτικού και κρατικά διευθυνόμενου «σοσιαλισμού». Έτσι, η Συνθήκη του Ραπάλλο δεν έχει σημασία εδώ επειδή ταυτίζεται άμεσα με τον εθνικομπολσεβικισμό, αλλά επειδή συμπύκνωσε μια δυνατότητα που εκείνος μπορούσε να ιδεολογικοποιήσει: τη στροφή από τον προλεταριακό διεθνισμό προς μια πολιτική κρατικών συμμαχιών, αντιδυτικών ελιγμών και εθνικά οργανωμένης συσσώρευσης.

Η ιδεολογική ανάγνωση αυτής της σύγκλισης από τους εθνικομπολσεβίκους στηρίχθηκε σε μια βαθιά αντιστροφή. Οι Γερμανοί εθνικομπολσεβίκοι δεν έβλεπαν στη Ρωσία έναν φάρο της παγκόσμιας προλεταριακής χειραφέτησης, αλλά ένα επιτυχημένο παράδειγμα κρατικά διευθυνόμενου, σοσιαλιστικού και εθνικιστικού κλειστού εμπορικού κράτους. Στη σοβιετική πλευρά, η φιγούρα του Καρλ Ράντεκ λειτούργησε ως σύμβολο αυτής της μετατόπισης από τον διεθνισμό στη γεωπολιτική: από την προσδοκία της παγκόσμιας επανάστασης προς μια πολιτική κρατικών συμμαχιών, αντιδυτικών τακτικών και ελιγμών με εθνικιστικές δυνάμεις. Μέσα από αυτή την ιστορική ταλάντευση αναδύθηκαν δύο κρατιστικές ιδεολογίες που θα σημάδευαν τον 20ό αιώνα: ο «αντι-ιμπεριαλιστικός» εθνικισμός, στραμμένος κατά των δυτικών καπιταλιστικών μητροπόλεων, και το εκκολαπτόμενο σταλινικό κράτος. Η σύγκλιση αυτή αποτέλεσε πρόδρομο τόσο των μεταπολεμικών αναπτυξιακών καθεστώτων των καπιταλιστικά υπανάπτυκτων εθνικών κοινωνικών σχηματισμών –Ατατούρκ, Περόν, Νάσερ, Σουκάρνο– όσο και των ποικίλων εθνικών σταλινισμών.

Σήμερα η μεταμοντέρνα θεωρία της διαφοράς, ο μετασταλινικός αντι-ιμπεριαλισμός και οι επίγονοι της λογικής της «αποσύνδεσης» συγκλίνουν σε μια πολιτική όπου το καταπιεσμένο έθνος, ο ιθαγενισμός, η «μη Δύση» ή ο «παγκόσμιος Νότος» εμφανίζονται ως ριζικά διαφορετικά από την καπιταλιστική Δύση. Η καθολικότητα της κομμουνιστικής παγκόσμιας χειραφέτησης απαξιώνεται ως «δυτική» και «αποικιοκρατική». Η ταξική πάλη εξαφανίζεται πίσω από τη γεωπολιτική. Το προλεταριάτο δεν εμφανίζεται ως παγκόσμια τάξη, αλλά καταλήγει ουρά του κράτους «του».

Απάντηση στη θρασύδειλη στοχοποίηση του αντιεξουσιαστικού κομμουνιστικού χώρου In SituΤα ξημερώματα της 30ής Απριλίου, π...
02/05/2026

Απάντηση στη θρασύδειλη στοχοποίηση του αντιεξουσιαστικού κομμουνιστικού χώρου In Situ

Τα ξημερώματα της 30ής Απριλίου, παραμονή της Εργατικής Πρωτομαγιάς, ο πολιτικός μας χώρος In Situ, (Σπύρου Τρικούπη 71, Εξάρχεια) αποτέλεσε στόχο ενός θρασύδειλου βανδαλισμού μέσω του βιαστικού μουτζουρώματος της πρόσοψης του χώρου με συνθήματα εναντίον του Ισραήλ. Δεν επρόκειτο για την τυχαία αναγραφή ενός συνθήματος –πράγμα απολύτως θεμιτό–, ούτε φυσικά επρόκειτο για κάποια πράξη αλληλεγγύης στους παλαιστίνιους προλετάριους. Αποτελεί μια ξεκάθαρη, εχθρική ενέργεια στοχοποίησης του χώρου μας μέσα από μια αυθαίρετη και χυδαία ταύτιση: μια καθαρή πολιτική συκοφαντία ενάντια στις προλεταριακές, διεθνιστικές και αντικρατικές μας θέσεις, οι οποίες παρουσιάζονται ψευδώς ως δήθεν «φιλοσιωνιστικές» ή ως στήριξη στο κράτος του Ισραήλ.

Δεν πρόκειται να απολογηθούμε για θέσεις που δεν εκφράσαμε ποτέ. Δεν στηρίξαμε, δεν στηρίζουμε και δεν θα στηρίξουμε κανένα κράτος, κανέναν στρατό, καμία εθνική ενότητα, καμία σημαία που καλεί όσους υφίστανται εκμετάλλευση και καταπίεση να στοιχηθούν πίσω από τους εκμεταλλευτές τους. Η διεθνιστική θέση ενάντια στο κράτος του Ισραήλ, στη γενοκτονία στην Παλαιστίνη, στον σιωνισμό, στον αντισημιτισμό, σε κάθε είδους εθνικισμό και εθνικό στρατόπεδο δεν είναι ουδετερότητα ή τήρηση ίσων αποστάσεων. Είναι η μόνη θέση που μπορεί να δώσει πραγματική διέξοδο απέναντι στη διαδικασία στρατιωτικοποίησης των κοινωνιών και στην όξυνση των ιμπεριαλιστικών και διακρατικών ανταγωνισμών της εποχής που διανύουμε, μέσα από την ανασυγκρότηση του διεθνιστικού προλεταριακού κινήματος ενάντια στο κεφάλαιο και σε όλα τα κράτη.

Η συκοφαντία που συστηματικά ασκείται εδώ και πολλούς μήνες από συγκεκριμένους υποστηριχτές ιμπεριαλιστικών στρατοπέδων και εξουσιαστικών καπιταλιστικών μορφωμάτων δεν είναι αθώα. Στις σημερινές συνθήκες, η κατασκευή τέτοιων ψευδών εντυπώσεων αποτελεί συνειδητή και ευθεία μορφή φυσικής στοχοποίησης. Όταν οι οπαδοί ιμπεριαλιστικών στρατοπέδων αδυνατούν να αντιπαρατεθούν πολιτικά, καταφεύγουν στη λάσπη, ελπίζοντας να μετατρέψουν έναν κινηματικό χώρο και τις τέσσερις ομάδες που συμμετέχουν σε αυτόν σε στόχους.

Προφανώς και αντιλαμβανόμαστε ότι η διεθνιστική προλεταριακή κριτική για μερικούς είναι κόκκινο πανί καθώς δεν διολισθαίνει προς κανένα στρατόπεδο. Αν νομίζουν βέβαια ότι μέσω της συκοφάντησης, της στοχοποίησης και του βανδαλισμού θα ανακόψουν την πορεία της, είναι βαθιά γελασμένοι. Οι ταξικές θέσεις δεν σπιλώνονται με σπρέι μέσα στη νύχτα.

Τέτοιες πρακτικές πολιτικής ρουφιανιάς και στοχοποίησης απέναντι σε χώρους του κινήματος δεν καταφέρνουν τίποτα περισσότερο από το να προσφέρουν, συνειδητά ή ασυνείδητα, άριστες υπηρεσίες στο κεφάλαιο και το κράτος.

Αντιεξουσιαστικός Κομμουνιστικός Χώρος In Situ

Υ.Γ. Είμαστε ενάντια στην προσπάθεια οικειοποίησης, διαστρέβλωσης και παραποίησης των θέσεων μας από σιωνιστικές σελίδες και λογαριασμούς, που επιχειρούν να εντάξουν την κριτική μας στην άθλια εθνικιστική τους προπαγάνδα.

Όσα είπαμε παλιά ισχύουν.Αφίσα που κολλήθηκε στην απεργιακή διαδήλωση της Πρωτομαγιάς.
01/05/2026

Όσα είπαμε παλιά ισχύουν.

Αφίσα που κολλήθηκε στην απεργιακή διαδήλωση της Πρωτομαγιάς.

27/04/2026

Απεργιακό άνοιγμα στο In Situ.

[01/05/2026]

Ο χώρος θα λειτουργήσει για μεσημεριανό καφέ, μπύρες και συζήτηση υπό τους ήχους εκλεκτής μουσικής. Όλα αυτά με το πέρας της απεργιακής κινητοποίησης.

Εισαγωγή στην προβολή της ταινίας της Μαργκαρέτε φον Τρότα, Ρόζα ΛούξεμπουργκΜε αφετηρία τον εγκλεισμό της Ρόζας Λούξεμπ...
25/04/2026

Εισαγωγή στην προβολή της ταινίας της Μαργκαρέτε φον Τρότα, Ρόζα Λούξεμπουργκ

Με αφετηρία τον εγκλεισμό της Ρόζας Λούξεμπουργκ σε φυλακές στα εδάφη της διαμελισμένης τότε Πολωνίας, η ταινία της Μαργκαρέτε φον Τρότα ξετυλίγει το νήμα της ζωής της μέχρι τη δολοφονία της το 1919 από τα Freikorps με την έγκριση της κυβέρνησης των πρώην συντρόφων της από το SPD. Αν και η αφήγηση επικεντρώνεται κυρίως στην πορεία της μετά την άφιξή της στο Βερολίνο το 1898, φωτίζει ταυτόχρονα, μέσα από καίριες αναδρομές, την παιδική της ηλικία και τα χρόνια της νεανικής και θεωρητικής της συγκρότησης πριν από τη μετάβασή της στη Γερμανία. Η δομή της ταινίας συγκροτείται ακριβώς γύρω από τις περιόδους των φυλακίσεων, χρησιμοποιώντας τις ως εφαλτήριο για αυτά τα συνεχή ταξίδια στον χρόνο. Μέσα από αυτά, αναδεικνύεται η πολιτική της δράση στο Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD), η αντίθεσή της στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η δημιουργία του Σπάρτακου και η συμμετοχή της στην ηττημένη επανάσταση στη Γερμανία. Έτσι, το κέντρο βάρους μετατοπίζεται διαρκώς από την ένταση της δημόσιας πολιτικής σύγκρουσης στις πιο μύχιες πτυχές της προσωπικής της διαδρομής. Το αποτέλεσμα δεν είναι μια βιογραφία που προσπαθεί να τα πει όλα, αλλά το πορτρέτο μιας επαναστάτριας που ζει μέσα σε μια εποχή πολέμου, διάσπασης του εργατικού κινήματος και επαναστατικής κρίσης. Η φον Τρότα επιμένει ταυτόχρονα στη δημόσια μορφή της Λούξεμπουργκ και στην προσωπική της ιστορία, ιδίως στη σχέση της με τον Λέο Γιόγκιχες και στη μοναξιά που διαπερνά όλη την ταινία.

Αυτό έχει σημασία και για το πώς πρέπει να τη δούμε σήμερα. Η ταινία δεν είναι μια συστηματική παρουσίαση των θεωριών της Λούξεμπουργκ πάνω στη μαζική απεργία, τη συσσώρευση ή τη ρωσική επανάσταση. Επιλέγει να τη δείξει μέσα στην κίνηση της ιστορίας: στις συγκρούσεις της με τη σοσιαλδημοκρατία, στη στάση της απέναντι στον πόλεμο, στις φυλακίσεις, στη ρήξη, στην επιμονή της όταν γύρω της το παλιό εργατικό κίνημα περνά όλο και πιο ανοιχτά στο στρατόπεδο του κράτους, της εθνικής ενότητας και της καπιταλιστικής σφαγής. Το βλέμμα της φον Τρότα στρέφεται κυρίως στον τρόπο που η πολιτική της στράτευση οργανώνει ολόκληρη τη ζωή της και όχι σε μια συνολική θεωρητική αποτίμηση.

Από αυτή την άποψη, αξίζει να σημειώσουμε ορισμένα ζητήματα που η ταινία δεν αναπτύσσει θεωρητικά, αλλά τα αφήνει να διακρίνονται μέσα από τις σκηνές της. Το πρώτο είναι η σχέση ανάμεσα στην τάξη, την οργάνωση και τη συνείδηση. Ένα κεντρικό ζήτημα είναι η κριτική της Λούξεμπουργκ στον λενινιστικό συγκεντρωτισμό. Θεωρούσε πως η επαναστατική οργάνωση δεν μπορεί να τοποθετείται πάνω από την τάξη ούτε να εισάγει τη συνείδηση απ’ έξω. Για την ίδια, η συνείδηση αναπτύσσεται μέσα στον ίδιο τον ταξικό αγώνα, ενώ η οργανωμένη πρωτοπορία οφείλει να βρίσκεται σε διαλεκτική σχέση με τον αυθορμητισμό και τη ζωντανή κίνηση του προλεταριάτου. Στο ίδιο πλαίσιο έδινε ιδιαίτερη σημασία στη μαζική απεργία και επέμενε ότι η απελευθέρωση της εργατικής τάξης θα είναι έργο της ίδιας της εργατικής τάξης.

Αυτό το ζήτημα υπάρχει στην ταινία περισσότερο ως υπόγειο ρεύμα. Η φον Τρότα δείχνει μια Λούξεμπουργκ που βρίσκεται διαρκώς σε ένταση με τον κομματικό μηχανισμό και την πειθαρχία χωρίς όμως να την παρουσιάζει ως εχθρό της κομματικής οργάνωσης. Αυτό χρειάζεται να το έχουμε υπόψη, γιατί η Λούξεμπουργκ δεν έκανε κριτική στην πρωτοπορία με μια ξεκάθαρη αντιεξουσιαστική έννοια. Και στη δική της αντίληψη, το κόμμα παραμένει αναγκαίο για τη στρατηγική ενοποίηση της τάξης, με την προϋπόθεση όμως ότι θα διδάσκεται από την αυθόρμητη δράση της βάσης και δεν θα παγώνει τη ζωντανή της κίνηση.

Ένα δεύτερο ζήτημα είναι ο διεθνισμός της. Εδώ η ταινία είναι πολύ πιο καθαρή. Βλέπουμε μια μορφή που δεν υποχωρεί μπροστά στον μιλιταρισμό και δεν δέχεται να διαλέξει στρατόπεδο μέσα στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Αυτό συνδέεται και με τη γνωστή σύγκρουσή της με τον εθνικισμό στο πολωνικό ζήτημα. Η Λούξεμπουργκ υποστήριζε πως το ταξικό ζήτημα δεν πρέπει να θαφτεί κάτω από το εθνικό και ότι η ανεξαρτησία της Πολωνίας αφορούσε την αστική της τάξη και όχι το προλεταριάτο που θα έπρεπε να αγωνιστεί από κοινού με το προλεταριάτο της Ρωσίας. Αυτή η τοποθέτησή της δεν αποτελεί απλώς μια ιστορική λεπτομέρεια. Διατηρεί το βάρος της και σήμερα, ακριβώς επειδή η επίκληση της εθνικής ανεξαρτησίας συνεχίζει να στοιχίζει το προλεταριάτο πίσω από ξένες επιδιώξεις, τις επιδιώξεις του εκάστοτε εθνικού κεφαλαίου και του πολιτικού και στρατιωτικού προσωπικού του.

Στο σημείο αυτό, πρέπει να σταθούμε στην κριτική της για τη Ρωσική Επανάσταση. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ, παρακολουθώντας τις εξελίξεις του 1917 από το κελί της, διατύπωσε μια από τις πιο καίριες προειδοποιήσεις στην ιστορία του κινήματος : ότι ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να επιβληθεί με αυταρχικά διατάγματα. Για τη Λούξεμπουργκ, η επανάσταση απαιτεί την «ανεμπόδιστη παλλόμενη ζωή» και την ελεύθερη κριτική ώστε να μπορεί να διορθώνει τα λάθη της. Η περίφημη φράση της ότι «η ελευθερία είναι πάντα η ελευθερία εκείνου που σκέφτεται διαφορετικά» δεν ήταν ένα φιλελεύθερο σύνθημα, αλλά μια βαθιά επαναστατική θέση: χωρίς τη συμμετοχή των μαζών και την ελεύθερη αντιπαράθεση και κριτική, η επανάσταση κινδυνεύει να γραφειοκρατικοποιηθεί και να πεθάνει –τα λάθη ενός πραγματικού κινήματος είναι πιο καρποφόρα από το «αλάθητο» οποιασδήποτε κεντρικής επιτροπής. Το σκηνοθετικό εύρημα της φον Τρότα στη σκηνή του τυπογραφείου όπου η Λούξεμπουργκ υπερασπίζεται την ελευθερία του Τύπου, –ο τυπογράφος αρνείται να τυπώσει το κείμενο αντιτείνοντας ότι δεν έχουν όλοι τα μέσα να την ασκήσουν, και οι σύντροφοί της τον αναγκάζουν υπό την απειλή περιστρόφων– είναι πραγματικά εξαιρετικό, καθώς αποδίδει πλήρως τον πυρήνα της θεωρητικής της θέσης.

Υπάρχει όμως και ένα τέταρτο ζήτημα, που αξίζει να μείνει ανοιχτό για τη συζήτηση. Πρόκειται για τα όρια της θεωρίας της για τη συσσώρευση του κεφαλαίου. Η Λούξεμπουργκ πίστευε ότι ο καπιταλισμός μπορεί να επιβιώσει μόνο όσο επεκτείνεται σε «μη καπιταλιστικά περιβάλλοντα». Αυτή η θέση, αν και ξεκινά από μια διεθνιστική αφετηρία, εγκυμονεί μια αντίφαση: αφήνει μια κερκόπορτα για την υποστήριξη αντιδραστικών πολιτικών . Αν θεωρήσουμε ότι κάθε εμπόδιο στην καπιταλιστική επέκταση είναι αυτομάτως πλήγμα στο σύστημα , τότε εύκολα εξιδανικεύονται απομεινάρια παρωχημένων και ανελεύθερων προκαπιταλιστικών σχέσεων ή να αναζητούνται συμμαχίες με εθνικές αστικές τάξεις στο όνομα της «αντίστασης» στον ιμπεριαλισμό . Εδώ βρίσκεται η τραγική ειρωνεία της κληρονομιάς της: ενώ η ίδια υπήρξε από τις πιο αδιάλλακτες πολέμιες του εθνικισμού, η θεωρία της προσέφερε άθελά της ορισμένα θεωρητικά πατήματα για να υποκατασταθεί η ταξική πάλη από το γεωπολιτικό σχήμα «κέντρο-περιφέρεια», μετατρέποντας τον κομμουνισμό σε ουρά εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων. Γι’ αυτό η Λούξεμπουργκ χρειάζεται κριτική ανάγνωση.

Πέρα από τα πολιτικά επίδικα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και ο τρόπος με τον οποίο η σκηνοθέτιδα εναλλάσσει τον δημόσιο, σκληρό πολιτικό χώρο με τον ιδιωτικό. Στις σκηνές της φυλακής, παρατηρήστε την επαφή της επαναστάτριας με τη φύση, τα πουλιά και τα φυτά. Η φον Τρότα μας δείχνει όχι μόνο μια θεωρητικό και αγωνίστρια, αλλά και έναν παθιασμένο άνθρωπο, υπενθυμίζοντάς μας ότι ο επαναστατικός αγώνας αφορά τελικά την ίδια την υπεράσπιση της ζωής.

Ίσως λοιπόν ο καλύτερος τρόπος να δούμε την ταινία είναι ως το πορτρέτο μιας επαναστάτριας που υπερασπίστηκε τη ζωή χωρίς να απαρνηθεί ποτέ τις επαναστατικές και διεθνιστικές της θέσεις τη στιγμή που ο κόσμος γύρω της περνά στον πόλεμο, στην πατριωτική συσπείρωση και στην αντεπανάσταση. Ταυτόχρονα, ως μια αφορμή για να ξαναπιάσουμε προβλήματα που παραμένουν ανοιχτά για εμάς: Τη σχέση ανάμεσα στην τάξη και την οργάνωση. Το ζήτημα της ελευθερίας μέσα στην επαναστατική διαδικασία. Και πάνω απ’ όλα, τον διεθνισμό ως πρακτική ρήξη με κάθε εθνική ενότητα, σε καιρό πολέμου και σε καιρό ειρήνης.

Address

Σπύρου Τρικούπη 71
Athens
10683

Alerts

Be the first to know and let us send you an email when In Situ posts news and promotions. Your email address will not be used for any other purpose, and you can unsubscribe at any time.

Shortcuts

Share