15/01/2025
Το 2025 συνεχίζουμε από εκεί που αφήσαμε το 2024. Μπαίνουμε στη 10η χρονιά των Μεταμορφώσεων, με τη λειτουργία της δανειστικής βιβλιοθήκης και με πολλά καινούρια βιβλία (Δευτέρα έως Παρασκευή 08:30-15:30). Και με τη συνέχεια των δύο λεσχών ανάγνωσης , η πρώτη ξεκινά σήμερα 15 Γενάρη στις 19:00 και η δεύτερη στις 20 Γενάρη την ίδια ώρα, αφιερωμένες στη νομπελίστα πλέον Χαν Κανγκ και τα βιβλία της "Η χορτοφάγος" και "Μάθημα Ελληνικών".
Η Χαν Γκανγκ γεννήθηκε το 1970 στη Γκουάνγκ Τζου της Νότιας Κορέας και είναι καθηγήτρια στο Τμήμα Δημιουργικής Γραφής του Ινστιτούτου Τεχνών της Σεούλ. Η πρώτη της συλλογή διηγημάτων Γιόσου κυκλοφόρησε το 1995. Το μυθιστόρημα Η χορτοφάγος (2007) χάρισε στην ίδια την παγκόσμια αναγνώριση, καθώς η αγγλική του μετάφραση (2015) τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Booker 2016. Έχει εκδώσει επίσης τις συλλογές διηγημάτων Τα φρούτα της γυναίκας μου (2000) και Η σαλαμάνδρα της φωτιάς (2012), καθώς και τα μυθιστορήματα Μαύρο ελάφι (1998), Τα κρύα σου χέρια (2002), Φυσάει αέρας, πήγαινε (2010), Μάθημα ελληνικών (2011), Ανθρώπινες πράξεις (2014), Το λευκό βιβλίο (2016) και Δεν ξεχνώ (2021).
Το "Μάθημα ελληνικών" είναι ένα εκπληκτικής εσωτερικότητας και υπόγειας δύναμης ψυχόδραμα, ήρεμο, την ίδια στιγμή αιχμηρό, πολυεπίπεδο. "Ήταν χειμώνας και εκείνη ακόμη νεαρή όταν έχασε για πρώτη φορά την ικανότητα της ομιλίας της. Χωρίς καμία ένδειξη, χωρίς συγκεκριμένη αιτία. Αυτό που την έκανε να αρχίσει και πάλι να μιλά ήταν μια λέξη από μια άλλη, ξένη γλώσσα, τη γαλλική. Η ίδια γυναίκα, η οποία κατόπιν χώρισε, στερήθηκε την επιμέλεια του παιδιού της και έχασε ξανά την ομιλία της, αποφασίζει κάποια στιγμή να ασχοληθεί με τα αρχαία ελληνικά. Τότε λοιπόν συναντά έναν καθηγητή του οποίου η όραση φθίνει μέρα με τη μέρα. Εκείνος, έχοντας τα δικά του υπαρξιακά αδιέξοδα, ριζωμένα στο παρελθόν, παρατηρεί προσεκτικά την αμίλητη και αγέλαστη γυναίκα που φοιτά στην Ακαδημία, συγχρόνως όμως, παρά τη συμπόνια του, αισθάνεται τρόμο μπροστά στην αδιαπέραστη σιωπή της".
Ωστόσο το βιβλίο αυτό δεν είναι ένα μυθιστόρημα για τη δύναμη του έρωτα, όσο μια ποιητική ματιά στη σημασία του τραύματος. Η Χαν Γκανγκ εστιάζει στον ανθρώπινο πόνο και στη δημιουργική υπέρβασή του, στο πώς δυνάμεθα να αντιμετωπίσουμε το πάσχειν και πώς με τη βούλησή μας να εναντιωθούμε στον καταναγκασμό, στην πίεση, στη νόσο.. Η δομή του έργου μπορεί να παρομοιαστεί με την ίδια τη γλώσσα: μια αργή, σχεδόν τελετουργική, σκόπιμη κατασκευή νοήματος από κατακερματισμένα μέρη. Ποιητικός λόγος, γλαφυρές εικόνες, μία αφηγηματική γραφή που ρέει και διεισδύει στα μύχια της ψυχής του αναγνώστη και λειτουργεί με βαθύ συναισθηματισμό και ευαισθησία.
Κατά τον Βιτγκενστάιν, τα όρια του κόσμου μας είναι τα όρια της γλώσσας μας. Έτσι και η γυναίκα μοιάζει σαν να προσπαθεί να ανακαλύψει τον κόσμο από την αρχή ή να εφεύρει έναν άλλο κόσμο, πιο ευνοϊκό για αυτήν.
Ο υπαινιγμός είναι τέχνη. Κι αυτή την τέχνη την εξασκεί εδώ εξαιρετικά η Χαν Γκανγκ. Τίποτα δεν λέγεται, όλα όμως αφήνεται να υπονοηθούν, σαν να σέρνονται ύπουλα και είναι έτοιμα να σου επιτεθούν ανα πάσα στιγμή. Οι αισθήσεις που σε εγκαταλείπουν, η γλώσσα ως πατρίδα και καταφύγιο (ειδικά μια γλώσσα τόσο διαφορετική από τη δική σου και πεθαμένη εκατοντάδες χρόνια), η παιδική ηλικία, οι σχέσεις με τους γονείς που διαμορφώνουν το παρόν, το κάθε παρόν, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Η φθορά και η λήθη. Και το πλησίασμα, δυο ανθρώπων τόσο πληγωμένων που δεν φανταζόσουν ποτέ πως μπορούν να σώσουν ο ένας τον άλλον.