30/10/2021
Με αφορμή την κρατική δολοφονία του Νίκου Σαμπάνη και τον αντιτσιγγανισμό που αναζωπυρώθηκε σε επίπεδο δημόσιου λόγου τις τελευταίες μέρες, δημοσιεύουμε την συνέντευξη με την Α., Ρομνί 20 χρονών, παντρεμένη και μητέρα, μετανάστρια στη Γερμανία.
(Η συνέντευξη πάρθηκε τις πρώτες μέρες του Νοέμβρη του 2020 και δημοσιεύτηκε στο τεύχος μας που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2021)
https://fuerzafemeninavolos.home.blog/2021/07/15/magazine/
- Πήγες σχολείο εδώ στο Βόλο;
- Ναι πήγα. Δημοτικό, γυμνάσιο, λύκειο. Πρώτη τάξη του λυκείου τελείωσα.
- Οκ. Θα ήθελες να μου πεις πώς σου συμπεριφέρονταν μέσα στο σχολείο οι συμμαθήτριες σου, οι συμμαθητές σου και οι καθηγητές;
- Κοίταξε να σου πω τώρα. Θα γελάσεις. Εγώ δεν ήμουν από τα κορίτσια που, και δεν είμαι, χαμηλών τόνων έτσι ώστε άμα αισθανθώ πίεση, είτε bullying, είτε κάποια αδιαφορία δεν είμαι από τα κορίτσια που δεν θα μιλήσει, που δεν θα αντιδράσει. Θα το πάρω πάνω μου όχι μόνο για μένα ή για τον κολλητό μου ή για την κολλητή μου, ή για έναν άγνωστο που εκείνη τη στιγμή νιώθω ότι χρειάζεται προστασία. Οπότε εγώ στο σχολείο τι έκανα; Είχα μια παρέα κοριτσιών, από το δημοτικό θα ξεκινήσω τώρα, γιατί από κει όλα ξεκινάνε, οι κοροϊδίες και τα πειράγματα των παιδιών, από τα μικρά τα παιδιά ξεκινάνε. Δεν είχα εγώ φίλες Ρομά. Δεν είχα. Αν και ήθελα πολύ να κάνω. Δεν με έπαιζαν αυτοί, οι Ρομά. Κοίτα τώρα. Αντιμετώπισα ρατσισμό να το πω έτσι – είναι πολύ μεγάλη λέξη ο ρατσισμός. Αντιμετώπισα μια αδιαφορία απ’ τα κορίτσια τα δικά μας. Της δικής μου φυλής. Επειδή είχα τρεις τέσσερις φίλες μη Ρομά.
- Κατάλαβα.
- Γιατί λέγανε ότι αυτή δεν θέλει να παίξει μαζί μας. Θέλει να παίξει με τους μπαλαμέ. Ότι είμαι και καλά ανώτερη από αυτούς. Αλλά εγώ αισθανόμουν άσχημα, δεν ήθελα δηλαδή να με κάνουν έτσι. Δεν έβαζα κάποιο τίτλο «αυτοί είναι καλοί», «αυτοί είναι κακοί» και θέλω να παίζω μόνο με τους καλούς. Εγώ ήθελα να παίζω με όλους. Οπότε τι έκανα; Είχα τις σταθερές μου φίλες εκεί πέρα, τρεις τέσσερις φίλες που είχα από το δημοτικό, μη Ρομά κι έφτασα με αυτές μέχρι το γυμνάσιο. Εκεί στο γυμνάσιο και να ήθελα να κάνω μια Ρομά φίλη δεν υπήρχε καμία. Ήμουν μόνη μου. Οπότε από πού αντιμετώπισα πάλι ρατσισμό; Όχι από τους μη Ρομά. Πάλι από τους Ρομά που ερχόμουν από το σχολείο και πήγαινα μαζί με τα αγόρια. Ήταν όλο αγόρια. Δεκαπέντε αγόρια στο γυμνάσιο κι ήμουν η μοναδική που πήγαινα σχολείο. Οπότε μου λέγαν διάφορα λόγια, άσχημες κουβέντες, πήγαιναν στον πατέρα μου και του λέγαν «πρόσεχε η κόρη σου περπατάει μ’ αυτούς.» «Πρόσεχε την το βράδυ.» Έλεγαν κακές κουβέντες, μέχρι το πονηρό έφτασαν. Καταλαβαίνεις τώρα τι θέλω να σου πω.
- Ναι.
- Έφτασα σε ένα σημείο να καταλαβαίνω, μετά που ήρθε ο αδερφός μου στο σχολείο, ο μικρός στο γυμνάσιο, να αντιμετωπίζει ο ίδιος ρατσισμός από τους καθηγητές. Κάτι που εγώ δεν το είχα. Απλά ήξερα δηλαδή να προστατεύσω τον εαυτό μου, ήξερα να μιλήσω. Αυτός δεν ήξερε τόσο καλά, πώς να το πώ, να ταπώσει τον άλλο. Να σταματήσει δηλαδή να τον κοροϊδεύουν ή να πει ο διευθυντής ότι «ξέρεις κάτι δεν φταίει ο αδερφός της Α., φταίει αυτός». Δηλαδή ήταν πάντα τα βλέμματα πάνω του. Δηλαδή ότι κι αν συνέβαινε στο σχολείο, και να μην το έκανε αυτός, αυτός θα λέγαν ότι το έκανε. Κι εγώ πήγαινα στα γραφεία των καθηγητών κι έπαιρνα εγώ το μέρος του αδερφού μου. Μέχρι που κατάλαβα ότι ο διευθυντής είχε πρόβλημα με τον αδερφό μου. Είχε πρόβλημα. Δεν τον ήθελε καν στο σχολείο. Μέχρι που είπε να αλλάξει σχολείο. Ε, εκεί λίγο τα ‘παιξα. Πήγα μετά στα κορίτσια πάνω στο κεκπα-διεκ και είπα όλη αυτή την ιστορία και μου είπαν «θα αναλάβουμε εμείς». Πήγα μια φορά και είπα στον διευθυντή «είσαι μεγάλος ρατσιστής». Το μετάνιωσα που του το είπα αυτό
- Γιατί;
- Γιατί με εμένα δεν έκανε έτσι ο άνθρωπος αυτός. Μόνο με τον αδερφό μου. Ήρθε μετά αυτός. Μου ζήτησε συγνώμη. «Όχι, Α. εγώ δεν είμαι ρατσιστής» κλπ Εγώ δεν είχα δεχτεί ποτέ έτσι τέτοιο ρατσισμό. Μια φορά δέχτηκα ρατσισμό πού; Παίρνω τηλέφωνο, είχα το Γιώργο (το πρώτο της παιδί). Εγώ είχα γεννήσει και πήγαινα και σχολείο. Δεν είχαμε ρεύμα στο σπίτι. Κοίτα τώρα σου είπα τα του σχολείου, τώρα θα σου πω λίγο του κοινωνικού πλαισίου. Παίρνω τηλέφωνο στη ΔΕΗ, δεν είχαμε ρεύμα. Και λέω «Σας παρακαλώ στείλτε κάποιον από την υπηρεσία της ΔΕΗ, κάποιον μάστορα, κάτι να μας φτιάξει το φως, να κάνει κάτι, γιατί ο πάτερας μου πληρώνει το ρεύμα του.» Αυτοί όχι μόνο αδιαφόρησαν. Ο Γιώργος ήταν ενάμιση μηνών. Και δεν μπορούσα να ζεστάνω το γάλα του παιδιού. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Και μου λέει «Τσιγγάνα από το Αλιβέρι είσαι;» «Ναι» λέω «τσιγγάνα είμαι.» «κλέψε κι εσύ, όπως και οι άλλοι» μου λέει.
μου λέει «Τσιγγάνα από το Αλιβέρι είσαι;» «Ναι» λέω «τσιγγάνα είμαι.» «κλέψε κι εσύ, όπως και οι άλλοι»
- Α, ωραία.
- «Εγώ», λέω, «δεν ξέρω να κλέψω ρεύμα. Να ήξερα να το κανα. Ναι είναι ανάγκη του παιδιού μου, να το κανα. Είναι η δουλειά σας. Ο πατέρας μου πληρώνει το ρεύμα του κι αυτή τη στιγμή εγώ είμαι στην οικία του πατέρα μου. Δεν μπορώ.» Και ούτε καν έστειλαν κάποιον. Είπαν να πάρω από τηλέφωνο σε τηλέφωνο. Μου παν να πάω από αρμόδιο σε αρμόδιο. Δεν ήρθαν να φτιάξουν το ρεύμα. Η κυρία Χ. μου έφερε ένα λαμπάκι για να διαβάζω. Μόνο εκείνο το γεγονός ήταν που κατάλαβα ότι μας έχουνε ντιπ, στην τελευταία μοίρα, ντιπ. Κατά τ’ άλλα ρατσισμό στο σχολείο όχι δεν βρήκα. Μην σου πω ότι ήμουν και αυτή που κορόιδευε κάποια παιδιά. Δεν αντιμετώπισα ρατσισμό στο σχολείο καθόλου. Ίσα ίσα και οι καθηγητές με βοηθούσανε, και τα κορίτσια (οι υπάλληλοι της κεκπα-διεκ) , και τα παιδιά μέσα στο σχολείο, και οι συμμαθήτριες, όλοι. Δεν είχα κανένα θέμα τέτοιο. Κι ακόμη εδώ στη Γερμανία που είμαι δεν αντιμετώπισα τέτοιο πράγμα. Προσπαθώ να συνεννοηθώ, να πάω σε κανένα μαγαζί, να δουλέψω, δούλευα κι εδώ. Δούλευα στο εστιατόριο. Δούλευα σε έλληνες, δεν αντιμετώπισα ρατσισμό για την φυλή μου. Δούλεψα και σε ένα άλλο εστιατόριο, μόνο που είχε πει αυτή – δεν ήξερε ότι είμαι τσιγγάνα – όταν μας απέλυσε στο τέλος με τον Στέλιο (ο άντρας της), λέει «εμείς πληρώνουμε τους υπαλλήλους μας, δεν είμαστε τσιγγάνοι». Και σηκώνομαι πάνω και της λέω «εγώ είμαι όμως τσιγγάνα και δεν έχω καθόλου θέμα μεχρι τώρα. Στα 20 μου χρόνια δεν έχω θέμα με την καταγωγή μου» και λέει «α ναι; Είσαι τσιγγάνα;» Δεν ήξερε ότι είμαι τσιγγάνα αλλιώς δεν θα το λεγε. Οπότε υπάρχει ρατσισμός ακόμη και σε ξένες χώρες που και οι ίδιοι οι έλληνες είναι μετανάστες εδώ πέρα ή και κάποιοι μπορεί να έχουν βιώσει το ρατσισμό, ακόμη υπάρχει ρατσισμός για τις άλλες φυλές.
- Ναι…
- Καταλαβαίνεις που βρισκόμαστε τώρα. Είναι τόσο άδεια τα μυαλά που ακόμη ασχολούνται με την κάθε καταγωγή του ανθρώπου. Δεν βλέπουν ότι εδώ κοντεύουμε να πεθάνουμε. Ιούς, σεισμοί, πόλεμοι. Κι αυτοί ακόμα με τις ράτσες ασχολούνται.
- Έχεις εκπροσωπήσει την Ελλάδα στην Ισπανία. Θες να μου πεις σχετικά με αυτό;
- Ναι. Πήγα. Πήγα μαζί με άλλα 10 κορίτσια. Ήμασταν διάφορες φυλές τσιγγάνων απ’ όλη την Ευρώπη και πήγαμε για διήμερο στην Ισπανία, για τα δικαιώματα των κοριτσιών Ρομά. Επειδή είναι λίγο πιο κατώτερες από τα αγόρια. Δεν τους δίνουν πολύ σημασία. Πήγαμε εκεί πέρα, μιλήσαμε. Επειδή τα κορίτσια δεν ξέραν αγγλικά, με έβαλε εμένα η Χ. να μιλήσω. Κι εκεί λέγαμε διάφορα πράγματα για τον οικισμό μας. Ότι εμας μας βοηθάει η κεκπα- διεκ, ότι πήγα σχολείο κι ότι προσπαθώ αυτό να το μεταδώσω σε άλλα κορίτσια. Εκεί ήμασταν περίπου 350 γυναίκες. Ήταν από την Ανδαλουσία, από την Ισπανία, εμείς από την Ελλάδα, από την Γαλλία, Ιταλία, Αγγλία. Ήταν γυναίκες Ρομά. Και αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν ότι δεν ξέραμε τη γλώσσα να συνεννοηθούμε μαζί τους. Πολύ λίγες λέξεις ταίριαζαν με τις δικές μας. Αλλά ήταν ωραία εμπειρία. Θα το ξανάκανα.
- Θες να μου πεις λίγο για αυτό που ανέφερες σχετικά με την θέση των κοριτσιών έναντι των αγοριών Ρομά;
- Ναι να σου πω. Γιατί όχι; Κοίτα τώρα. Ένα κορίτσι Ρομά όταν μεγαλώνει, μεγαλώνει τώρα εντάξει, έρχεται δηλαδή στην ηλικία 10 χρονών, 11 χρονών, ο άλλος βλέπει ότι πρέπει την κόρη του να την παντρέψει, προτού την κλέψουν απ’ αυτόν. Τι εννοώ να την κλέψουν; Να την πάρουν από τον πατέρα της, να την πάνε να κοιμηθεί με το γιο τους. Κατάλαβες; Και οι Ρομά, δεν είναι δηλαδή να πας, έχει να κάνει με τις φάρες.
- Ναι.
- Άμα ο άλλος έχει μεγάλη φάρα και σου κλέψει το κορίτσι, εσύ τώρα πού οφείλει να πας στην αστυνομία να πεις μου πήρανε το ανήλικο κορίτσι μου; Δεν οφείλει πουθενά. Μόνο φασαρίες θα γίνουν. Γι’ αυτό ο άλλος λέει εντάξει, κάτσε να την παντρέψω από τώρα, να την δώσω σε μια οικογένεια που θέλω εγώ, ο πατέρας, που ξέρω ότι είναι ικανή, που ξέρω ότι θα ζήσει καλά τη ζωή της, παρά να την πάρει κάποιο ρεμάλι. Τα κορίτσια όμως, υπάρχουν πολλά κορίτσια, που δεν έχουν αυτό το δυναμικό χαρακτήρα να πουν «εγώ, δεν θέλω να παντρευτώ. Δεν θέλω να παντρευτώ από τόσο μικρή ηλικία.» Δεν τους ρωτάνε καν. Έρχεται ο άλλος, ζητάει την κόρη σου, συμφωνεί ο πατέρας, η μάνα, η γιαγιά, ο παππούς, καλώς, την δίνεις. Δεν συμφωνείς, δεν την δίνεις. Το κορίτσι δεν έχει καμιά επιλογή. Άμα θα θέλει ή όχι. Μόλις δίνουμε το κορίτσι δεν ξέρουμε καν τον γαμπρό. Δεν τον βλέπουμε καν. Είδαμε την οικογένεια. Ο γαμπρός μπορεί να έχει άλλες τρεις, τέσσερις, ή μπορεί να μην έχει μυαλό καθόλου. Να είναι τύπου «ότι λέει η μαμά» ή ο μπαμπάς. Μπορεί κι ο ίδιος να είναι 12 χρονών ή 14, ή μπορεί να είναι 25 ο γαμπρός 12 η νύφη. Καταλαβαίνεις τώρα… Φαίνεται ότι τους ενδιαφέρει αυτό το πράγμα. Η νύφη να είναι πιο μικρή. Όχι πιο μεγάλη. Τώρα όμως με τον καιρό που κάναν αυτές τις βλακείες, που παντρέψαν τα κορίτσια τους, επειδή αλλάζει κι η δική μας η γενιά, τα κορίτσια τι κάνουν; Βλέπουν ότι από τα 11 12 χρονών δεν έχουν νιώσει το συναίσθημα του έρωτα. Πώς είναι να ερωτευτείς κάποιον. Οπότε μεγαλώνουνε – τι μεγαλώνουνε, γίνονται 17 18 χρονών, έχουν ήδη δυο παιδιά, παρατάνε τα παιδιά στις πεθερές τους, στις μανάδες τους, και παίρνουν αυτόν που θέλουν ύστερα μετά από χρόνια αυτές. Καταλαβαίνεις τι γίνεται; Δηλαδή είναι κρίμα για τα παιδιά.
Άμα κάποιος τώρα θέλει να πάει για δουλειά, πες τώρα ο Στέλιος, ο δικός μου ο άντρας, βρίσκει δουλειά σε καφετέρια. Ξέρει αγγλικά ο Στέλιος, ξέρει λίγα γερμανικά, μπορεί να βρει δουλειά. Εκεί, αν έρθω εγώ και βρω δουλειά ίδια σαν του Στέλιου, κι εγώ ξέρω γράμματα και τέτοια, ξέρεις τι θα μου πουν εμένα;
- Τι;
- Αυτή θα πουν πάει με όλους. Αυτή στην καφετέρια την πιάνει ο ένας, την πιάνει ο άλλος, την κάνουν ότι θέλουν. Ενώ άμα πάει ο Στέλιος δεν θα του πουν το ίδιο. Ή και αυτό να είναι μια εργατική δουλειά, μια δουλειά που μπορεί να την κάνει μια οποιαδήποτε τσιγγάνα. Να πει ο άλλος έλα στο μαγαζί μου να πλένεις πιάτα. Δεν θα την αφήσει ο άντρας της, εκεί στο Βόλο, δεν θα την αφήσει να πάει μόνη της για δουλειά. Θα πει βάλε με κι εμένα κάπου να έρχομαι μαζί με την γυναίκα μου. Για να μην πει ο κόσμος. Ενώ που έρχονται στη Γερμανία ζευγάρια, δεν τους ενδιαφέρει σου λέει, ζευγάρι είναι πήγαν να δουλέψουν. Καταλαβαίνεις τώρα πόσο μειονοτική είναι η κατάσταση της γυναίκας. Κατευθείαν μειώνεται. Πρέπει να έχει τον άντρα της για να πάρει λίγη αξία. Υπάρχουν πολλές γυναίκες που δώσαν σημασία και πήγαν μόνες τους να δουλέψουν. Αυτές οι γυναίκες χαρακτηρίζονται πουτάνες στον οικισμό. Πώς θα αλλάξει δηλαδή αυτό στον οικισμό; Πώς θα γίνει η κατάσταση της γυναίκας να είναι ίση με τον άντρα; Για μένα δεν θα γίνει ποτέ.
Καταλαβαίνεις τώρα πόσο μειονοτική είναι η κατάσταση της γυναίκας. Κατευθείαν μειώνεται. Πρέπει να έχει τον άντρα της για να πάρει λίγη αξία. Υπάρχουν πολλές γυναίκες που δεν δώσαν σημασία και πήγαν μόνες τους να δουλέψουν. Αυτές οι γυναίκες χαρακτηρίζονται πουτάνες στον οικισμό. Πώς θα αλλάξει δηλαδή αυτό στον οικισμό; Πώς θα γίνει η κατάσταση της γυναίκας να είναι ίση με τον άντρα; Για μένα δεν θα γίνει ποτέ.
- Είναι μια μεγάλη συζήτηση αυτή. Πιάνει τις γυναίκες όλου του κόσμου και ειδικά στις μειονότητες είναι ακόμη πιο δύσκολο.
- Ναι, αυτό που λες. Στις μειονότητες είναι ακόμη πιο δύσκολο. Όχι μόνο στη δική μας φυλή. Στο Ιράν, ξέρεις τι γίνεται; Στο Ιράκ; στο Πακιστάν; Εκεί είναι πολύ χειρότερα κι από μας. Όταν τα ακούω από άλλες, λέω σοβαρά έτσι είναι; Δεν είναι ωραία πράγματα αυτά, αλλά ποτέ δεν θα αλλάξει πιστεύω.
- Εσύ πώς παντρεύτηκες; Με προξενιό;
- Εγώ στο σχολείο γνώρισα τον Στέλιο… Δεν ήθελαν οι γονείς μου, είναι η αλήθεια να με παντρέψουνε. Ήθελαν να με παντρέψουν πιο μικρή. Γνωριστήκαμε εκεί πέρα, αγαπηθήκαμε, είπε ο Στέλιος στους γονείς μου να έρθουν να με ζητήσουνε, με ζητήσανε, κάναμε εκεί πέρα ένα τραπέζι, κι από τότε είμαστε μαζί. Από το σχολείο δηλαδή έγινε όλο αυτό. Απλά να ήταν άλλο κορίτσι στην θέση μου, δεν θα είχε τον χαρακτήρα να πει εγώ αγαπάω αυτόν, και θα πάρω αυτόν και να μη θέλετε εσείς. Δεν θα γινόταν. Ίσα ίσα θα γινόταν αυτό που σου είπα πριν. Θα έπαιρναν τον άντρα και μετά από κάποια χρόνια που θα ένιωθαν ότι μεγάλωσαν πια, ότι μπορούν να πάρουν τη ζωή τους στα χέρια τους, θα άφηναν τα παιδιά τους, τον άντρα τους και θα πήγαιναν αλλού.
Γενικά αν έχεις στήριξη, έστω από έναν άνθρωπο ακόμη κι από άγνωστο μπορείς να κάνεις αυτό που θέλει η καρδιά σου. Τώρα αν είναι όλοι εναντίον σου θα πεις πού να πάω μόνη μου; Κανείς δεν με στηρίζει. Πολλές γυναίκες ξέρω κι εγώ από τον οικισμό που δεν θέλουν να είναι με τους άντρες τους και μένουν αναγκαστικά. Δηλαδή τρώνε ξύλο, τα παιδιά βλέπουνε. Άλλη ιστορία αυτή. Βλέπουν τα παιδιά πως δέρνει ο πατέρας τη μάνα και οι άλλοι θεατές να μην κάνουν τίποτα. Κι άμα κάνεις εσύ ο ίδιος κάτι θα σου ρθουν τα προβλήματα εσένα. Θα πει εσύ γιατί μαρτύρησες; Έλα εδώ. Θα πάρουν μετά εσένα στο χέρι. Φοβούνται να μαρτυρήσουν. Αυτό πρέπει να ρθει ένας κοινωνικός λειτουργός, κάτι, να δει τα παιδιά, να δει πώς ζούνε, άμα έχουνε δωμάτια.
Εδώ στη Γερμανία εμείς που παίρνουμε σπίτι, κι ενώ είμαστε οκ να κοιμηθούμε μαζί με τα παιδιά ή και στρωματσάδα όλοι κάτω, ή εμείς στο σαλόνι και τα παιδιά στο δωμάτιο, δεν έχουμε πρόβλημα, κι εδώ δεν μας δίνουνε σπίτι δυάρι ή τριάρι, θέλουν ακριβώς τον αριθμό των παιδιών. Τόσα παιδιά, τόσα δωμάτια, μια κρεβατοκάμαρα για τους γονείς, ένα σαλόνι. Αυτό δεν το έχουνε στην ελλάδα. Κατ’ αρχάς πρέπει να δοθούν βοηθήματα για αυτά τα παιδιά που δεν μπορούνε να πάνε σχολείο. Ίσα ίσα για τα σχολικά. Αδιαφορούν όλοι, το υπουργείο παιδείας, όλοι. Ξέρεις πόσα παιδιά τσιγγανάκια έχουν απίστευτες γνώσεις; Απίστευτες γνώσεις. Και καλλιτεχνικές, και μαθηματικές γνώσεις μη σου πω και φιλοσοφικές. Και χάνονται τα παιδιά. Τι να πω…
Υπάρχουν γενικά πολλά κορίτσια και αγόρια που θέλουν να ασχοληθούν. Με τις μειονότητες γενικά, όχι μόνο με τους Ρομά. Η δουλειά είναι ότι από την μεριά των δικών μας δεν δίνουν σημασία, θα πουν αυτή μπαλαμή είναι τι θέλει εδώ; Τι θέλει να κάνει; Θα αλλάξουμε εμείς να πούμε; Μια ζωή ίδιοι είμαστε. Τα παιδιά να παντρευτούν μικρά, να πάνε για δουλειά. Τώρα με τις άδειες γίνεται αυτό το θέμα. Και τώα που έκλεισαν όλα λόγω κορονοϊού… Διάβασες που σκοτώσανε τον 18χρονο, τον Χρήστο.
- Ναι ναι.
- Το διάβασες. Πήγε ο άνθρωπος να κλέψει, να πάρει φρούτα, ότι ήτανε, δεν ξέρουμε. Αυτοί λένε έτσι. Τώρα που κλείνουνε, για αυτό το μήνα, που εγώ πιστεύω θα πάει πάλι μέχρι Μάιο όπως πέρυσι.
- Κι εγώ αυτό πιστεύω…
- Οι τσιγγάνοι δεν έχουν ένσημα ώστε να μπορούν να πληρωθούν από το κράτος. Ούτε έχουν άδειες πλανοδίου. Που δεν τους δίνονται οι άδειες πλανοδίου να πάνε να πουλήσουν. Φεύγουμε κι από αυτό το θέμα. Δεν παίρνουν λεφτά ούτε από αυτό. Παίρνουνε μια κάρτα ΚΕΑ, όσοι δικαιούνται, 200 ευρώ το μήνα. Πες μου εσυ τώρα πώς θα ζήσεις με 200 ευρώ το μήνα;
- Δεν ζεις.
- Και να ξέρεις ότι η γειτόνισσα σου έχει χρυσά, έχει λίρες, έχει λεφτά απέναντι. Και τα παιδιά σου να τα βλέπεις να πεινάνε. Δεν θα πας να κλέψεις;
- Ε ναι.
- Ε σε αναγκάζουν να πας να κλέψεις.
- Ναι
- Κι εγώ η ίδια θα πω την αμαρτία μου θα πάω να κλέψω.
- Ε δεν είναι αμαρτία να πεινάς. Είναι ανάγκη.
- Μα ύστερα σου λένε πως οι τσιγγάνοι είναι κλέφτες, είναι βρωμιάρηδες, είναι το ένα, είναι το άλλο. Πες μου το άλλο. Πώς δεν θα σαι βρωμιάρα; Μια τσιγγάνα πώς δεν θα ναι βρωμιάρα άμα στον οικισμό της κόβουνε το νερό, της κόβουνε το ρεύμα και δεν έρχονται να κάνουνε κάτι, ένα πρόγραμμα, ώστε για την μειονότητα να υπάχει κάτι, το κατιτίς περισσότερο ώστε να μπορούμε να ζήσουμε όλοι; Ύστερα σου λένε να η βρωμιάρα περνάει. Να η κλέφτρα περνάει. Αφού δεν βοηθάς. Δεν βοηθάει το κράτος. Το υπουργείο παιδείας, δεν βοηθούν. Μας βάζουν ταμπέλες. Αυτές οι προκαταλήψεις δεν θα φύγουν ποτέ. Δεν θέλουν οι ίδιοι να φύγουν. Οι μεγαλύτεροι από μας. Γιατί αμα ήθελαν αυτοί εμείς δεν θα μασταν σε αυτή την κατάσταση τώρα.
λένε πως οι τσιγγάνοι είναι κλέφτες, είναι βρωμιάρηδες, είναι το ένα, είναι το άλλο. Μια τσιγγάνα πώς δεν θα ναι βρωμιάρα άμα στον οικισμό της κόβουνε το νερό, της κόβουνε το ρεύμα; Δεν βοηθάει το κράτος.
- Ναι
- Κι εδώ στη Γερμανία έρχονται άνθρωποι μετανάστες και τους συμπεριφέρονται καλύτερα κι από τους Γερμανούς. Γιατί να μη γίνει έτσι και στην Ελλάδα; Δεν θέλουνε οι ίδιοι.
- Όταν είχε γίνει η λεγόμενη μικρασιατική καταστροφή και ήρθαν στην ελλάδα όσοι γλύτωσαν, οι ντόπιοι τους φερόταν με τον ίδιο ρατσισμό. Τους λέγανε τουρκόσπορους και παστρικιές, δηλαδή πουτάνες επειδή πλένονταν, τους καίγαν τους καταυλισμούς, οργανώναν πογκρομ εναντίον τους. Και οι ρατσιστές, για παράδειγμα ένας εργάτης που είναι ρατσιστής, δεν θα τα βάλει με αυτόν που τον εκμεταλλεύεται αλλά θα ψάξει να βρει τον αμέσως πιο αδύναμο για να ξεσπάσει πάνω του. Είναι ένα διαχρονικό στοιχείο του ρατσισμού.
- Ναι. Δυστυχώς έτσι είναι. Τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν και θα υπάρχουν πάντα. Και δεν θα αλλάξει αυτό.
- Το ζητούμενο είναι να τους σπάμε τα στερεότυπα και τις αφηγήσεις τους. Να μην ακούγεται μόνο ο δικός τους λόγος. Πριν 10 20 χρόνια μπορούσες να φανταστείς οι γυναίκες να μιλάνε, να οργανώνονται; Δεν υπήρχε αυτό.
- Ναι ναι μπράβο. Πράγματι δεν υπήρχε. Ε εντάξει σιγά σιγά θα αλλάξουν τα πράγματα. Αλλά δεν θα εξαφανιστεί τελείως. Κάτι θα υπάρχει πάντα… ξέρεις κάτι; Πρέπει να υπάρχει κάτι να ασχολούμαστε, αλλιώς τι θα κάνουμε;
- Τώρα είσαι έγκυος στο δεύτερο παιδί;
- Ναι και μάλιστα είμαι στο μήνα μου. Όπου να ναι θα γεννήσω. Μπορεί και τώρα που μιλάμε.
- Όλα καλά να πάνε.
- Μακάρι να πάνε όλα καλά Να γεννηθεί το παιδί, να μου φύγει κι εμένα αυτό το βάρος που κουβαλάω. Θα γίνουν όλα.
- Εγώ σε ευχαριστώ πάρα πολύ για το χρόνο που αφιέρωσες για τη συζήτηση.
- Τίποτα. Εγώ χάρηκα για τη γνωριμία. Ελπίζω να τα πούμε κι από κοντά άμα έρθω.
- Ναι κι εγώ.
- Καλή συνέχεια.
- Καλή συνέχεια.