24/09/2021
https://youtu.be/uhc5jkgq8DA
Παναγιώτης Μπουζικάκος.
ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΑΛΛΟΝΙΟΥΣ ΣΤΟ ΤΗΓΑΝΙ.
Καλοκαίρι 2021. Την περίοδο που τα σχολεία έχουν διακοπές και κυρίως Ιούλιο Αύγουστο, οι Μανίατες, που δεν διαβιούν μόνιμα στον ιερό τόπο μας, κατεβαίνουν στα σπίτια τους στην Μάνη για να περάσουν κάποιες ημέρες ευχάριστες και να συναντήσουν μέλη της οικογένειας τους που διαμένουν μόνιμα εκεί και αποτελούν μέλη της τοπικής κοινωνίας. Την περίοδο αυτή βρεθήκαμε και εμείς οικογενειακώς στο σπίτι μας στους Καλλονιούς, όπως γίνεται δεκαετίες τώρα κάθε χρόνο. Θα αποφύγω να κάνω την οποιαδήποτε αναφορά για τα προβλήματα που ζήσαμε και φέτος στους Καλλονιούς για ειδικούς λόγους. Φέτος εκτός από τις γνωστές παραλίες Γερολιμένας, Γυάλια, Μαρμάρι, Αλμυρό, Κάποι κλπ τα παιδιά λάτρεψαν την Κουρκού στον Μέζαπο, επειδή ομαδικά έκαναν βουτιές και το διασκέδαζαν. Εμένα με μάγεψε το τηγάνι, βλέποντας το εκστατικά από το παραλιακό Μέζαπο. Επειδή πολλά λέγονται για την χρησιμότητα που είχε το τηγάνι για το λιμάνι του Μεζάπου και την έντονη ζωή που είχε το τηγάνι τον καιρό εκείνο δημοσιεύω την επιστημονική εργασία της αρχαιολόγου δρ. Αγγελικής Μέξα. Μας δίνει πολλά στοιχεία κυρίως για τον περικαλλή ναό που λειτουργούσε πάνω στο τηγάνι αλλά και για το κάστρο του. Το βίντεο που δημοσιεύω στην αρχή της δημοσίευσης μου είναι της Μαρίας Τσιροβασίλη. Είναι λίγο μακροσκελές η επιστημονική εργασία, αν και έχω περιορίσει την εργασία χωρίς παραπομπές και φωτογραφίες. Όποιος όμως ενδιαφέρεται για την λειτουργικότητα και την χρησιμότητα που είχε το τηγάνι εκείνη την εποχή δηλαδή από 700 μ.χ θα τον ικανοποιήσει. Σήμερα το τηγάνι είναι σημείο αναφοράς για την Μάνη και κυρίως για την αποσκερή μέσα Μάνη. Καλό χειμώνα.
Η ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΤΟ ΤΗΓΑΝΙ ΤΗΣ ΜΕΣΑ ΜΑΝΗΣ
συμβολή στην οικοδομική ιστορία του ναού.
Αγγελική Μέξια
δρ Φ., αρχαιολόγος 5ης Εφορείας βυζαντινών αρχαιοτήτων
Στο Τηγάνι της Μέσα Μάνης, εντός του οχυρού που καταλαμβάνει το πλάτωμα του ακρωτηρίου , ο καθηγητής Ν.Β. ∆ρανδάκης με τους συνεργάτες του ανέσκαψαν κατά τα έτη1964–1965 και 1977–1984 την μεγάλη τρίκλιτη βασιλική.
Η εκκλησία γνώρισε επάλληλες οικοδομικές φάσεις (εικ. 1).Τα παλαιότερα κατάλοιπα ανήκουν σε δεξαμενή, η οποία με την οικοδόμηση της βασιλικής περιορίστηκε στο βόρειο κλίτος. Ακολούθως, στον χώρο δημιουργήθηκε νεκροταφείο,
σε χρήση κατά την όψη επανάληψη 5ο – πρώιμο 6ο αι., με βάση την προταθείσα από τους ανασκαφείς χρονολόγηση για τα ευρήματα των τάφων και για ορισμένα γλυπτά,
ίσως στο εσωτερικό του ναού, ο οποίος καταστράφηκε πιθανώς στα τέλη του 6ου αι.
Οι ανασκαφείς υποστηρίζουν ότι η μεγάλη τρίκλιτη βασιλική οικοδομήθηκε επάνω στους παλαιότερους τάφους προς το τέλος του 7ου αι. Η ανοικοδόμησή της μετά την παρέλευση µακρού χρόνου από την καταστροφή του πρώτου ναού με το νεκροταφείο συνδέθηκε με την προσπάθεια της κεντρικής εξουσίας για αναδιοργάνωση της Πελοποννήσου παρουσία της ίδρυσης του θέματος της Ἑλλάδος μεταξύ 687 και 695, οπότε και θα εγκαταστάθηκε εκ νέου φρουρά στο Τηγάνι.
Το οικοδόμημα, με ισοπλατή νάρθηκα δυτικά και τρεις τρίπλευρες αψίδες ανατολικά, έχει εξωτερικές διαστάσεις, χωρίς τις αψίδες, 23,30 × 15, 25 μ. 7
Παραστάδες που προβάλλουν από τον δυτικό τοίχο και κιονοστοιχίες από τρεις αρράβδωτους κίονες διαιρούν τον κυρίως ναό σε κλίτη, εκ των οποίων το κεντρικό έχει υπερδιπλάσιο πλάτος από τα πλάγια.
Το κυρίως ιερό Βήμα, όπου διαμορφώνεται εκφυλισμένο κύκλιο και σύνθρονο,
διαχωρίζεται από τα παραβήματα με τοίχους, όπου σχηματίζονται κόγχες με τη δίοδο προς αυτά.
Κατά τη μεσοβυζαντινή εποχή και συγκεκριμένα τον 12ο αι. με βάση τα γλυπτά και τις επιγραφές, σύμφωνα με τους ανασκαφείς, ο ναός περιορίστηκε εντός του κεντρικού κλίτους της βασιλικής.
Η επέμβαση αυτή σχετίστηκε με την προσπάθεια των Κομνηνών να ενισχύσουν την άμυνα των θαλάσσιων δρόμων της αυτοκρατορίας προ του νέου τότε κινδύνου από τη ∆ύση. Το χρονικό διάστημα που ο ναός παρέμεινε σε λειτουργία δεν είναι σαφές, ωστόσο τα ανασκαφικά ευρήματα μαρτυρούν τη χρήση του συγκροτήματος μέχρι και την Τουρκοκρατία.
Στην παρούσα μελέτη επανεξετάστηκαν οι τοιχοποιίες του ναού και, σε συνδυασμό με τα δεδομένα της κάτοψης και τη μαρτυρία των γλυπτών μαρμάρινων μελών, προτείνεται η αναχρονολόγηση της οικοδόμησης της βασιλικής, ενώ προσδιορίζεται ακριβέστερα και η αρχιτεκτονική μορφή της κατά τη φάση του 12ου αι.
∆ιαχωρίζοντας τον βόρειο τοίχο, ο οποίος σε μεγάλο μέρος του δεν ανήκει στην κύρια οι κοδομική φάση του ναού , οι περιμετρικοί τοίχοι της βασιλικής διατηρούνται σε χαμηλό ύψος. Η εξωτερική πλευρά τους, όπως σώζεται κυρίως στο δυτικό τοίχο του νάρθηκα και εν μέρει στην ανατολική όψη , αποτελείται από λαξευμένους πωρόλιθους , διαφόρων διαστάσεων, τοποθετημένους σε οριζόντιες στρώσεις, ελάχιστες κατακόρυφους (εικ.2, 3). Ανάπτυξη τους παρεμβάλλονται αργοί ασβεστόλιθοι, αλλά και ορισμένες φορές επιμήκεις μαρμάρινες λιθόπλινθοι. Οι δόμοι που σχηματίζονται δεν είναι συνεχείς, ούτε παρουσιάζουν σταθερό ύψος. Πλίνθοι, πάχους 2–3,5 εκ. περίπου, καλύπτουν τα κενά τοποθετημένες κυρίως οριζόντια μεταξύ αυτών στην αψίδα της πρόθεσης διακρίνεται λαξευμένη πλίνθος μετά σφηνοειδή απόληξη. Οι κάθετες πλίνθοι συνιστούν εξαίρεση. Το κονίαμα περιορίζεται στους αρμούς αφήνοντας εμφανείς τους λίθους. Στο εσωτερικό της βασιλικής η τοιχοποιία συνίσταται από αργούς και ημιλαξευμένους λίθους, κυρίως ασβεστόλιθους, το μέγεθος των οποίων ποικίλλει, με πολλά τεμάχια πλίνθων, πάχους 2,5–4 εκ., τοποθετημένα οριζόντια, σε διπλή ή ενίοτε σε τριπλή σειρά (εικ. 4). Κάθετοι πλίνθοι δεν απαντούν. Στους σταθμούς των ανοιγμάτων γίνεται χρήση λαξευμένων πώρινων γωνιόλιθων. Άφθονο κονίαμα καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος των λίθων, αλλά και τις ακ μές των ορατών πλίνθων . Χαράγματα εντοπίζονται σε ορισμένα σημεία, όπως στον νότιο τοίχο του νάρθηκα ή στον δυτικό τοίχο του κεντρικού κλίτους.
Όμοια μορφή, με τη χρήση πλίνθων όμως να περιορίζεται στα ανώτερα τμήματά του, παρουσιάζει και ο κτιστός στυλοβάτης της βόρειας κιονοστοιχίας, επιβεβαιώνοντας τη σύνδεση της συγκεκριμένης ενέργειας τοιχοδομίας μόνο την αρχική οικοδόμηση του μνη μίου. Οι λιθοδομές της μεταγενέστερης φάσης διαφοροποιούνται σημαντικά. Αποτελούνται από αργούς ή αδρά λαξευμένους λίθους, τεμάχια πλίνθων άτακτα τοποθετημένα στους αρμούς και ασβεστοκονίαμα με αμέλεια μυστρισμένο αρχή.
Οι τοιχοποιίες με χρήση λαξευμένων και ημιλαξευμένων λίθων, που δεν σχηματίζουν συνεχείς δόμους , και πλίνθων τοποθετημένων κυρίως οριζόντια ως εξισωτικών στοιχείων, όχι όμως σε αδιάσπαστες στρώσεις, γνωρίζουν μεγάλη χρονική και τοπική διάδοση, με ποιοτικές διαβαθμίσεις στην εκτέλεση τους.
Η επιμελημένη λιθοδομή των εξωτερικών όψεων της βασιλικής, όπου υπερισχύει η γραφικότητα, φανερώνει τεχνίτες με εμπειρία του πλίνθοπερίκλειστου συστήματος δομής, το οποίο προσάρμοσαν στις αισθητικές τους αντιλήψεις και τις απαιτήσεις του συγκεκριμένου οικοδομικού προγράμματος . Συγκρίσιμη μορφή παρουσιάζουν, μεταξύ άλλων, οι τοιχοποιίες της Ευαγγελίστριας Πολυπορτούς στην Ερατεινή ∆ωρίδας, της βασιλικής στο Γλυκύ Θεσπρωτίας και των κατώτερων τμημάτων της ανατολικής πλευράς του Αγίου ∆ημητρίου Βαράσοβας, με ευρύτερη όμως χρήση πλίνθων και μεγαλύτερη κανονικότητα.
Η μη διατήρηση της ανωδομής, όπου αναπτύσσεται ο εξωτερικός διάκοσμος των κτηρίων, στερεί την έρευνα από ένα βασικό χρονολογικό τεκμήριο και από τη δυνατότητα συνολικής αποτίμησης του μνημείου ως αρχιτεκτονικού έργου, ωστόσο η επισήμανση στην πρόθεση πλίνθου με επεξεργασμένη ράχη προσφέρει έστω και ισχνή σχετική μαρτυρία. Η τοιχοποιία στο εσωτερικό της βασιλικής παρουσιάζει ομοιότητες με αυτή ναών της Μέσα Μάνης, που ανάγονται στον
10ο–11ο αι.: της κατώτερης ζώνης των Αγίων Θεοδώρων Βάμβακας, των εσωτερικών κυρίως επιφανειών του ερειπωμένου
ναού δίπλα (βόρεια) στον Άγιο Πέτρο Γλέζου, της νότιας πλευράς του Αγίου Πέτρου Παλαιόχωρας, της αψίδας της Αγίας
Παρασκευής Πύργου Διρού.
Στη Λακωνία αναλογίες ανιχνεύονται σε μνημεία της ίδιας εποχής: στην Παλαιοπαναγιά Σελλασίας, στα κατώτερα τμήματα της Κοίμησης της Θεοτόκου Ζαραφώνας, του Αγίου Γεωργίου Σκάλας και του Προφήτη Ηλία Κονιδίτσας.
Στη βασιλική της ακρόπολης της Σπάρτης, αν και οι παρειές των τοίχων είναι σε μεγάλο βαθμό αλλοιωμένες από νεότερα αρμολογήματα, διακρίνεται η τάση για οριζόντια
διάταξη των πλίνθων μεταξύ των δόμων που δεν είναι συνεχείς στις εσωτερικές επιφάνειες του Ιερού.
Γενικά, τοιχοποιίες από αργούς ή λίθους, με παρεμβολή θραυσμάτων
πλίνθων στους ευρείς αρμούς, εφαρμόζονται σε ελλαδικούς ναούς από τον 8ο έως τον 10ο αι., ενώ κυρίως κατά τον 10ο αι. οι λίθοι σχηματίζουν πιο κανονικές στρώσεις και άφθονα οριζόντια τεμάχια πλίνθων γεμίζουν τους κάθετους αρμούς.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα συμπαγή τμήματα τοιχοποιίας που έχουν καταπέσει νότια του ναού και φαίνεται να διατηρούν ανέπαφο μέρος των εξωτερικών παρειών των τοίχων της βασιλικής. Σε αυτά το κονίαμα διαστρώνεται αφήνοντας «μυστριές» περιμετρικά των λίθων και των πλίνθων ή σχηματίζοντας τεθλασμένες γραμμές,
ενώ στους κατακόρυφους αρμούς διαμορφώνονται επάνω στο πλατύ αρμολόγημα μεμονωμένα ψευδοκουφικά στοιχεία, που διασώζουν ερυθρό χρώμα (εικ. 5, 6). Η
σφηνοειδής απόληξή τους θυμίζει πλίνθινα στοιχεία σε πρώιμα
μεσοβυζαντινά μνημεία, ενώ μεγαλύτερες αναλογίες ως προς το σχήμα των κοσμημάτων εντοπίζονται σε μνημεία του 12ου–13ου αι. Η απομίμηση σε κονίαμα πλίνθινων ψευδοκουφικών παραπέμπει στην ευρύτατα διαδεδομένη κατά τη μέση και ύστερη βυζαντινή εποχή πρακτική της εφαρμογής εγχάρακτων και γραπτών
αρχιτεκτονικών μορφών επάνω στο κονίαμα των όψεων των οικοδομημάτων. Η απόδοση των ψευδοκουφικών ακολουθεί την επιπεδόγλυφη τεχνική και, σε συνδυασμό με το ερυθρό χρώμα, αποκαλύπτει την προσπάθεια μίμησης υψηλών προτύπων με πιο απλά μέσα, ανακαλώντας ανάλογες εφαρμογές στον Άγιο Ιωάννη Καλυβίτη Σαλαμίνας από τον 12ο–13ο αι., όπου, ωστόσο, τα κουφικά χαράσσονται στο κονίαμα και δεν διακρίνεται χρώμα.
Στο τηγάνι, αν και το σωζόμενο δείγμα είναι ιδιαίτερα μικρό σε σχέση με τις επιφάνειες του μνημείου, η εκτέλεση των θεμάτων, ιδιαίτερα τα τελειώματα, χαρακτηρίζεται από αξιοσημείωτη επιμέλεια, με το τελικό αποτέλεσμα χωρίς ακριβές παράλληλο στον
ελλαδικό χώρο, όσο τουλάχιστον γνωρίζουμε. Συνεκτιμώντας, μάλιστα, το γεγονός ότι κάτω από το κονίαμα με τα ψευδοκουφικά παρατηρείται και παλαιότερο στρώμα αρμολογήματος, οι διακοσμήσεις αυτές θα πρέπει να αποσυνδεθούν από την αρχική οικοδόμηση της βασιλικής και τα σωζόμενα κατώτερα τμήματα των τοιχοποιιών, για τα οποία μια χρονολόγηση στο β΄ μισό του 10ου–αρχές του 11ου αι. φαίνεται αρκετά πιθανή, και
να αποδοθούν μάλλον σε επέμβαση του 12ου–13ου αι.
Τη διαφαινόμενη από την εξέταση της τοιχοποιίας χρονολόγηση της αρχικής φάσης έρχονται να επιβεβαιώσουν τα δεδομένα της κάτοψης του μνημείου. Η τρίκλιτη βασιλική
συνέχισε να χρησιμοποιείται κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο, προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις και τα δεδομένα της εποχής, με παραδείγματα μάλιστα στη Λακωνία και τη Μάνη από τον 9ο–10ο αι. Όπως επισημάνθηκε από τους ανασκαφείς, το οικοδόμημα αποτελεί απλοποιημένη μορφή της βασιλικής στην ακρόπολη της Σπάρτης, ενώ στην ίδια ομάδα εντάσσεται και η βασιλική της Αγίας Σοφίας στο κάστρο της Κορώνης, ναοί για την ανέγερση των οποίων δεν υπάρχουν ακόμη οριστικές απαντήσεις.
Η αναλογική σχέση που χαρακτηρίζει το περίγραμμα της κάτοψης ανέρχεται σε 1,20, αν και έχει παρατηρηθεί ότι οι αναλογίες των κατόψεων των βασιλικών δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως χρονολογικό τεκμήριο. Χωρίς συνάφεια με τον τόπο και τον χρόνο ανέγερσης φαίνεται να είναι και η σχέση του πλάτους μεταξύ των κλιτών. Το ανατολικό τμήμα της βασιλικής καταλαμβάνει το τριμερές ιερό Βήμα, με σαφώς διακρινόμενους τους χώρους των παραβημάτων με τοίχους, όπου ανοίγεται η δίοδος προς αυτά,κατά τον κανόνα της μεσοβυζαντινής εποχής. Οι ημικυκλικές κόγχες που διαμορφώνονται στους τοίχους απαντούν καθ’ όλη
τη μέση και ύστερη βυζαντινή περίοδο τόσο σε ναούς της Κωνσταντινούπολης όσο και σε ελλαδικά μνημεία, ενώ ως πρωιμότερα παραδείγματα αναφέρονται στην παλαιότερη βιβλιογραφία, εκτός από το Τηγάνι, η βασιλική στην ακρόπολη της Σπάρτης και ο Άγιος Τίτος στη Γόρτυνα Κρήτης. Το προς Δ όριο του κυρίως Ιερού μαρτυρούν τα κατάλοιπα του στυλοβάτη του τέμπλου, σε περασιά με το δυτικό μέτωπο του ζεύγους των
τοιχοπεσσών, διάταξη από την οποία προκύπτει ότι το τέμπλο αποτελούσε εξαρχής στοιχείο του εξοπλισμού του ναού. Εγκάρσιοι τοίχοι, όπου ανοίγονται θύρες επικοινωνίας, διαχωρίζουν την πρόθεση και το διακονικό από τα πλάγια κλίτη, αποκλείοντας επέκταση του τέμπλου στα σημεία αυτά. Οι τρεις τρίπλευρες εξωτερικά αψίδες, σε συνδυασμό και με τη χρήση λαξευτών λίθων, κυριαρχούν στη μεσοβυζαντινή ναοδομία.
Τα υπόλοιπα στοιχεία της κάτοψης του μνημείου, ο διαχωρισμός των κλιτών με κιονοστοιχίες, ο σύγχρονος νάρθηκας που επικοινωνεί με τον κυρίως ναό μέσω τριών ανοιγμάτων στον άξονα των κλιτών, είναι κοινά σε μεσοβυζαντινές βασιλικές. Ευρεία διάδοση γνωρίζουν και οι ταφές εντός και στον περιβάλλοντα χώρο των εκκλησιών.
Ως προς την κάλυψη, το πάχος των τοίχων, από 0,60 μ. έως 0,70 μ. περίπου, δηλώνει ότι ο ναός, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος του, ήταν ξυλόστεγος, ενώ η λύση των θόλων για το τριμερές Ιερό παρουσιάζεται αρκετά πιθανή.
Ανατρέχοντας στη μαρτυρία των μαρμάρινων γλυπτών που βρέθηκαν κατά την ανασκαφική διερεύνηση, ιδιαίτερα σημαντικό είναι ενεπίγραφο τεμάχιο κοσμήτη που αναφέρει τον κόμητα Δάκιο και χρονολογήθηκε από την Άννα Αβραμέα, με βάση τη μορφή των γραμμάτων, στον 9ο/10ο αι. (εικ. 7). Η ίδια συνέδεσε τον κόμητα με αξιωματούχο του αυτοκρατορικού στόλου την κρίσιμη περίοδο των πολέμων κατά των Αράβων της Κρήτης, η παρουσία του οποίου αναδεικνύει το Τηγάνι ως θέση καίρια για την άμυνα και τον έλεγχο των θαλασσίων οδών.
Άλλα τμήματα κοσμητών με μεγαλογράμματες επιγραφές χρονολογούνται μάλλον στον 12ο αι., μάλιστα δύο συνανήκοντα τεμάχια διασώζουν επίκληση αρχόντων προς τη Θεοτόκο, μία επιπλέον ένδειξη για την παρουσία μελών της βυζαντινής διοίκησης, που ίσως υποδηλώνει και κοινωνικές διακρίσεις στον λειτουργικό χώρο του ναού. Ορισμένα από τα μαρμάρινα θραύσματα αποδίδονται από τους ανασκαφείς στην πρωτοβυζαντινή περίοδο. Ωστόσο, ο αριθμός και η ποικιλία της πλειονότητας των γλυπτών δηλώνουν ότι εντάσσονται σε λειτουργικές ή αρχιτεκτονικές κατασκευές που κοσμούσαν το εσωτερικό ενός μνημείου σε μακρό χρονικό διάστημα, από τον 9ο–10ο έως και τον 12ο αι. τουλάχιστον. Κάποια μέλη μπορούν με σχετική βεβαιότητα να χρονολογηθούν στον 9ο–10ο αι. Δύο κιονόκρανα, για τεχνοτροπικούς λόγους, ίσως μπορούν να χρονολογηθούν προς τον 10ο–11ο αι. (εικ.😎. Μεγάλος αριθμός γλυπτών, προερχόμενων κυρίως από τέμπλο, τοποθετούνται γενικά στον 11ο–12ο αι., μεταξύ των
οποίων ενδιαφέρον παρουσιάζουν τεμάχια άμβωνα. Ευδιάκριτη ομάδα συνιστούν τα γλυπτά του 12ου αι., από τα οποία ξεχωρίζουν τμήματα λοξότμητου γείσου που σχηματίζουν πεταλόμορφο τόξο, καθώς και πλάκες από προσκυνητάρια τέμπλου. Οι τελευταίες, που διακρίνονται για την ποιότητα της εκτέλεσής τους, συνδέονται, μάλιστα, με το «εργαστήριο της Σαμαρίνας». Με βάση, λοιπόν, τα σημερινά δεδομένα της έρευνας, από τον γλυπτό διάκοσμο της βασιλικής μάλλον απουσιάζουν μαρμάρινα μέλη σύγχρονα με την προτεινόμενη μέχρι σήμερα ανέγερσή της στον 7ο αιώνα.
Συνδυάζοντας τα στοιχεία που προκύπτουν από τη μελέτη των τοιχοποιιών, της κάτοψης και των γλυπτών, θεωρούμε ότι η χρονολόγηση της οικοδόμησης της βασιλικής θα πρέπει να μετατεθεί από τα τέλη του 7ου στο β΄ μισό του 10ου ή στις
αρχές του 11ου αι. Οι ανασκαφείς δεν σημειώνουν πότε ακριβώς καταστράφηκε
η τρίκλιτη βασιλική, αλλά αναφέρουν, με βάση τη στρωματογραφία, ότι μεσολάβησε αρκετό χρονικό διάστημα από την καταστροφή του δαπέδου της βασιλικής έως την τοποθέτηση του «μεσοβυζαντινού δαπέδου». Χρονολογική ένδειξη για την οικοδομική αυτή φάση προσφέρουν τα γλυπτά του 12ου αι., αν και οριστικά συμπεράσματα θα προκύψουν μόνο μετά την αναλυτική τεκμηρίωση του υλικού. Τα πεσμένα τμήματα τοιχοποιίας με τα ψευδοκουφικά θα μπορούσαν, πιστεύουμε, να αποδοθούν στην ίδια φάση, προσδιορίζοντας με μεγαλύτερη ασφάλεια το χρονικό πλαίσιο στο β΄ μισό και ίσως προς τα τέλη του 12ου αι. Από τις ανασκαφικές εκθέσεις προκύπτει ότι ο ναός περιορίζεται την εποχή εκείνη στο μεσαίο κλίτος και καλύπτεται με καμάρα, ενισχυμένη με σφενδόνια, που στηρίζεται σε πεσσούς. Τα πλάγια κλίτη, πιθανώς ξυλόστεγα, είναι ακόμη σε χρήση, ως στοές ή πλάγιοι νάρθηκες. Θεωρούμε ότι η παρουσία πεσσοστοιχίας μεταξύ του κεντρικού και των πλαγίων κλιτών δηλώνει σαφώς ότι η τρίκλιτη βασιλική συνεχίζει να υφίσταται χωρίς ριζική αλλαγή στον αρχιτεκτονικό της τύπο. Οι κίονες
αντικαθίστανται από πεσσούς και οι δυτικές παραστάδες ενισχύονται με λιθοδομές, μειώνοντας σε 5,78 μ. το πλάτος του κεντρικού κλίτους, η κάλυψη του οποίου ίσως γίνεται πλέον με θόλο, όπως μαρτυρούν οι πώρινοι θολίτες που βρέθηκαν.
Ομοίως, στον χώρο του ιερού Βήματος οι αρχικοί τοιχοπεσσοί ενισχύονται με τοιχία και το τέμπλο της φάσης αυτής καλύπτει το μειωμένο πλέον εύρος του χώρου, όπως επιβεβαιώνουν τα ίχνη στο σωζόμενο τμήμα του στυλοβάτη (εικ. 9).
Το κάστρο στο ακρωτήριο Τηγάνι συνδέθηκε ήδη από τον 19ο
αι. με το αναφερόμενο στις πηγές κάστρο τῆς Μαΐνης, το στρατιωτικό και διοικητικό κέντρο της περιοχής, ταύτιση που επιβεβαιώθηκε από τα ανασκαφικά ευρήματα. Η έδρα της ομώνυμης επισκοπής, πρώτη μνεία της οποίας υπό τη Μητρόπολη Κορίνθου διασώζεται σε επισκοπικούς καταλόγους μεταξύ των ετών 901 και 907, θα πρέπει πιθανότατα να αναζητηθεί στον ίδιο χώρο. Στην εκκλησιαστική ιστορία η επισκοπική έδρα
ταυτίζεται συνήθως με μια πόλη, η οποία αποτελεί το λειτουργικό και εκκλησιαστικό κέντρο για το σύνολο των οικισμών που υπάγονται στη δικαιοδοσία της. Στην περίπτωση του κάστρου στο Τηγάνι, αν και η οικιστική χρήση του χώρου φαίνεται σίγουρη, η κλίμακα του οικισμού δεν είναι δυνατόν να συγκριθεί με αντίστοιχες περιπτώσεις άλλων επισκοπών. Είναι, βέβαια, πιθανό η Επισκοπή Μαΐνης να είχε έδρα μια ευρύτερη περιοχή και η βασιλική να αποτελούσε το κέντρο της επισκοπικής περιφέρειας, χωρίς να εντάσσεται σε μεγάλη πόλη. Στη μέχρι τώρα έρευνα, εκτός από τη βασιλική στο Τηγάνι, δύο ακόμη ναοί έχουν προταθεί ως καθεδρικοί της επισκοπής, ο πλησιόχωρος
ναός της Επισκοπής και η Φανερωμένη στον Δρύαλο. Αν και δεν φαίνεται να υπάρχουν ασφαλή κριτήρια για την ταύτιση μιας εκκλησίας με επισκοπικό ναό, η οικοδόμηση της βασιλικής στο Τηγάνι εντός οχυρωμένου χώρου, η επιλογή του αρχιτεκτονικού τύπου και το γεγονός ότι πρόκειται για τον μεγαλύτερο σε διαστάσεις ναό της περιοχής αποτελούν ισχυρά ερείσματα. Η παρουσία σύνθρονου προσφέρει ένα ακόμη θετικό στοιχείο, ενώ από τον υπόλοιπο λειτουργικό εξοπλισμό των επισκοπικών ναών απαντά άμβωνας και ίσως λεκάνη αγιασμού ή βαπτίσματος. Η δημιουργία της επισκοπής και ακολούθως η οικοδόμηση του καθεδρικού ναού σχετίζονται άμεσα με την εδραίωση
του χριστιανισμού στην περιοχή της Μέσα Μάνης κατά τον 10ο αι. Προς την κατεύθυνση αυτή σημαντικό ρόλο έπαιξε ο όσιος Νίκων ὁ Μετανοεῖτε, η δράση του οποίου αποτυπώνεται και στην τοπική αρχιτεκτονική παραγωγή.
Η προτεινόμενη στην παρούσα μελέτη χρονολόγηση της αρχικής οικοδόμησης της τρίκλιτης βασιλικής στο Τηγάνι στη μεσοβυζαντινή εποχή, στο β΄ μισό του 10ου ή στις αρχές του 11ου αι., ως επισκοπικού ναού και η επισήμανση των αλλαγών που επέφερε στις όψεις και στην εσωτερική διαρρύθμισή της η επέμβαση πιθανότατα κατά το β΄ μισό του 12ου αι. στηρίζονται στα δεδομένα που προσφέρει στην έρευνα η σημερινή εικόνα
του μνημείου. Δυστυχώς, το χαμηλό ύψος των σωζόμενων τοίχων
και η καταστροφή του συνόλου σχεδόν των μορφολογικών στοιχείων του ναού καθιστούν επισφαλή ακριβέστερη χρονολόγηση.
Το οικοδόμημα, με τον αρχιτεκτονικό του τύπο, το επιβλητικό μέγεθος, τα μορφολογικά και κατασκευαστικά στοιχεία και τον πλούσιο λειτουργικό εξοπλισμό, εισάγει στην περιοχή ένα περίτεχνο ύφος, ξένο προς την τοπική οικοδομική παράδοση.
Η υιοθέτηση ορισμένων από τα νεωτερικά αυτά εκφραστικά σχήματα θα οδηγήσει κατά τους επόμενους δύο αιώνες σε μια εντυπωσιακή οικοδομική και καλλιτεχνική δραστηριότητα, με τη βασιλική στο Τηγάνι να διατηρεί τον ρόλο του προτύπου.