19/04/2026
Η Ελλάδα του 60..
Η καμπάνα χτύπησε πέντε. Δεν είχε φως ακόμα. Η Μαρία έδεσε το μαντήλι της, χαμηλά στο μέτωπο, να κρατάει τον ιδρώτα. Ο Γιώργος φόρτωσε την τσάπα στον ώμο. Ο Απρίλης του ’60 δεν σε περίμενε.
Το πρωινό
Το κοπάδι έπρεπε να βγει πριν κάψει ο ήλιος. Η μάνα άρμεγε τις κατσίκες στο μαντρί πίσω απ’ το σπίτι. Το γάλα αφρισμένο, ζεστό ακόμα. Τα παιδιά το πίναν όρθια, με μια φέτα ψωμί στο χέρι. Μετά, δρόμο. Η γαϊδούρα η Κανέλα κουβαλούσε τα εργαλεία. Οι άντρες μπροστά, οι γυναίκες πίσω με τα καλάθια.
Ο δρόμος ήταν λάσπη από τη χτεσινή βροχή. Δεξιά κι αριστερά οι αμυγδαλιές άσπρες σαν χιόνι. Κάτω, το χωράφι καταπράσινο. Παπαρούνες ανάμεσα στα σπαρτά. Τις πατούσες και μύριζε αίμα και χορτάρι.
Η δουλειά
Δεν υπήρχαν μηχανές τότε. Μόνο χέρια. Ο Γιώργος και οι άλλοι άντρες έσκαβαν το αυλάκι για το νερό. Η Μαρία και οι άλλες γυναίκες ξεχορτάριαζαν. Σκυμμένες ώρες, η μέση να σπάει. Το μαντήλι μούσκευε. Κάθε τόσο σηκωνόσουν, έβαζες το χέρι στη μέση και κοίταζες τον κάμπο. Να πάρεις ανάσα.
Το μεσημέρι, στάση κάτω από τη μοναδική ελιά. Το φαγητό: ελιές, τυρί, κρεμμύδι, ψωμί. Νερό από το πλαστικό μπιτόνι που ζεμάταγε. Κουβέντα λίγη. Η κούραση δεν άφηνε πολλά. Τα παιδιά έτρεχαν ξυπόλητα, κυνηγούσαν τις σαύρες.
Ο παππούς, που δεν μπορούσε πια για χωράφι, πρόσεχε τα πρόβατα πιο πέρα. Φώναζε όταν πήγαιναν να ξεφύγουν. Η φωνή του έφτανε μέχρι κάτω. «Βρεε!»
Το απόγευμα
Κατά τις τέσσερις, ο ήλιος έπεφτε. Η πλάτη σε πονούσε πιο πολύ από το πρωί. Τα καλάθια γέμιζαν χόρτα για τα ζώα. Η Κανέλα γέμιζε ξύλα. Ο δρόμος της επιστροφής ήταν πιο αργός. Τα πόδια βαριά.
Στο χωριό, οι γυναίκες άναβαν φωτιά για το βράδυ. Οι άντρες πήγαιναν στο καφενείο για ένα μισάωρο. Μισό ούζο, νερό, και πέντε κουβέντες για τα καιρικά. Μετά σπίτι.
Η νύχτα
Το ηλεκτρικό δεν είχε έρθει ακόμα σε πολλά χωριά. Λάμπα πετρελαίου στο τραπέζι. Το φαγητό ίδιο με το μεσημέρι, άντε και κανένα αυγό. Η Μαρία έπλενε τα πόδια των παιδιών στη σκάφη. Το νερό κρύο.
Έξω, το χωριό μύριζε καπνό από τα τζάκια και κοπριά. Από μακριά ακουγόταν το ποτάμι και κανένας σκύλος. Κατά τις εννιά, όλοι για ύπνο. Το σώμα διαλυμένο. Αύριο πάλι στις πέντε.
Αυτή ήταν η άνοιξη του 1960
Δεν είχε ρομαντισμό. Είχε χώμα κάτω από τα νύχια που δεν έφευγε ποτέ. Είχε ήλιο που σε έκαιγε και βροχή που σε μούσκευε μέχρι το κόκαλο. Είχε κούραση.
Αλλά είχε και την αμυγδαλιά που άνθιζε. Το γέλιο των παιδιών που έτρεχαν στα χωράφια. Το βράδυ που καθόσουν στο πεζούλι και έβλεπες τα άστρα. Ήξερες όλους τους γείτονες με το μικρό τους. Το χωριό ήταν μια οικογένεια.
Η Ελλάδα του ’60 στα χωριά ήταν φτώχεια, ναι. Τσιμεντένιο πάτωμα και λάσπη. Αλλά ήταν και μια ζωή δεμένη με τη γη. Σκληρή, τίμια, και με μια ομορφιά που δεν χωράει σε φωτογραφία.
Την επόμενη άνοιξη, τα ίδια. Και την επόμενη. Μέχρι που τα παιδιά φύγαν για την Αθήνα ή τη Γερμανία. Και τα χωράφια έμειναν. Και οι αμυγδαλιές άνθιζαν μόνες τους.