31/07/2014
Το μεταπολεμικό δόγμα της Ελλάδας: Ζήτω η εργολάβοι.
Χτίστε παντού, "εκμεταλλευτείτε" κάθε σπιθαμή γης. Έτσι φτιάχτηκαν δύο πόλεις που μοιάζουν με νταμάρια όταν τις κοιτάς από το αεροπλάνο. Μοναδικές φιγούρες κακογουστιάς στην Ευρώπη, τις οποίες ο νεοέλληνας τις τραγουδά σαν όμορφες νύμφες! Θεσσαλονίκη και Αθήνα...
Όταν κάποτε τις ανακαλύψουν οι αρχαιολόγοι του μέλλοντος, πιθανόν από άλλο πλανήτη, μιας και ο εδώ άρρωστος ολιγότριχος πίθηκος θα καταστρέψει τον εαυτό του, θα θεωρήσουν ότι ήταν τόποι φυλάκισης και εξορίας των Ευρωπαίων. Θα τους είναι αδύνατον να πιστέψουν ότι κάποια όντα, με την βούλησή τους, πήγαν και κατοίκησαν με την βούλησή τους σε εκείνα τα κακόγουστα, πανωτιασμένα, τετράγωνα κουτιά. Που να τους πούνε όμως ότι οι κάτοικοι τραγουδούσαν με συγκίνηση "όοοομορφη Θεσσαλονίκη", και "Αθήηηηνα, χαρά της γης και της αυγής".
Έτσι λοιπόν αντί να ζηλεύουν οι κάτοικοι των δύο αυτών χωματερών τα χωριά μας, έφτασαν να ζηλεύουν οι χωριάτες τους μοντέρνους. Πρέπει να εκ μοντερνιστεί και ο τόπος μας. Ήταν εκείνα τα δεντράκια στην πλατεία που "βρόμιζαν" με τα φύλλα τους τα πεζοδρόμια και τις εισόδους των σπιτιών. Έπρεπε να χαθούν... Και έτσι έγινε. Ω του θαύματος όλα αυτά, το ένα μετά το άλλο ξεράθηκαν! Έτσι να "ανοίξει επιτέλους ο τόπος", όπως άκουσα ο ίδιος από το στόμα μαγαζάτορα της πλατείας. Χαλάλι οι χλωρίνες που έγιναν σπονδές στις ρίζες των δέντρων λοιπόν.
Μόνο ο γέρος πλάτανος αντιστεκόταν. Μέχρι και φωτιά τον έβαλαν. Τίποτε αυτός στην θέση του. Είδα άλλο μαγαζάτορα της πλατείας να μαλώνει έναν πιτσιρικά που άνοιξε την βρύση για να ρίξει λίγο νερό στον γέρο πλάτανο. "Άμα το θελ'ς να πεις τον μπαμπάς να τον παρ στο σπιτ' σας". Οι ρίζες απειλούσαν την περιουσία των ιθαγενών. Έτσι η προσπάθεια καταστροφής συνεχίστηκε... Γνωρίζουμε όλοι όσοι έτυχε να πάρουμε το λεωφορείο των εφτά, την οσμή της χλωρίνης που υπήρχε από τις νυχτερινές σπονδές.
Ήρθε και απόκαμε ο γέροντας. Ίσως και να κουράστηκε από την αχαριστία. Από τα τόσα παιδάκια που ζαλίστηκαν να τρέχουν γύρω του, να τα βλέπει γέροντες να ξεκουράζονται στην σκιά του και τέλος να τους ξεπροβοδάει στην τελευταία στροφή που έκαναν στην πλατεία τον νεκρό.
Τελευταίος που χαιρέτησε ο πλάτανος, ήταν ο πατέρας μου. Οι υπόλοιποι χαιρετήσαμε τον πλάτανο, αυτός δεν θα μας χαιρετήσει!
Ωραία τα καταφέραμε. Καθάρισε ο τόπος! Άνοιξε το μάτι σου. Έτσι τώρα θα βλέπεις ολόκληρη την πλατεία (που και εκείνη την μετατρέψαμε σε δρόμο), από άκρη σε άκρη. Θα μπορείς να ξεχωρίσεις ποιος είναι κάτι από την ομπρέλα της τάδε καφετέριας και πίνει την μπυρίτσα του. Αν είναι από την όμορφη Θεσσαλονίκη ή από την χαρά της γης την Αθήνα.
Το χωριό μου... δεν είναι πια χωριό μου.